Τρεις Κεφαλονίτες, τρεις διαφορετικοί δρόμοι

Tο βαπόρι της ιστορίας μου και η αφεντιά μου, Νέα Ορλεάνη 1963

Tο βαπόρι της ιστορίας μου και η αφεντιά μου, Νέα Ορλεάνη 1963

Μιλούσαν μεταξύ τους γαλλικά, ήταν απόγονοι Γάλλων των πρώτων αποίκων, κατοίκων της Λουϊζιάνας, ο Ιατρός Ντεκουέρ σπεσιαλίστας χειρούργος σε μεταμόσχευση δέρματος και η κ. Μποντρού νοσοκόμα.

Είχα μείνει ξέμπαρκος στην Νέα Ορλεάνη για skin graft μιας παλιάς εγχείρησης. Το νοσοκομείο Montelepre μια ιδιωτική κλινική φάνταζε σα μια κουκλίστικη βίλα λευκού χρώματος όπου είχε μείνει απολιθωμένη στο χρόνο, της εποχής του Ναπολέοντα.

Και ήταν στην κεντρική οδό της Νέας Ορλεάνης στην Canal Street. Εκεί έκανα παρέα με την Daisy νοσοκόμα η οποία με τραβούσε κάθε λίγο και λιγάκι στον καθεδρικό ναό του Αγίου Λουδοβίκου στο Jackson Square της Γαλλικής συνοικίας για προσευχή και μετάνοια, προσπαθούσε να με κάνει καλό χριστιανό.

Είμαστε τρεις Κεφαλλονίτες ξέμπαρκοι ένας από τα Σπήλια, ή κάπου εκεί κοντά άλλος από την Λειβαθό κι εγώ από την Πύλαρο.

Συναντιόμασταν στο Café Du Monde πίναμε καφέ μαύρο με τσίκορι, (chicory) ή και σε άλλη καφετέρια, ο ένας λόγο ασθενείας (εγώ) ο άλλος για να δώσει εξετάσεις για Λιβεριανό δίπλωμα πλοιάρχου (ο Βύρων) κι ο άλλος (ο Βαγγέλης) φύλακας (Βατσιμάνης) σε βαπόρι που ήταν δεμένο, απέναντι απ’ το αγκυροβόλιο στην μπούκα του λιμανιού, είχε και μια σκύλα για προστασία του German Shepard. Στο χρηματοκιβώτιο του παροπλισμένου Βαποριού, υπήρχε ένα πιστόλι 22ρι μακρύκανο με φιλντισένια χειρολαβή.

Ο Μισισιπής ποταμός από όπου όλοι μας είχαμε έρθει, με το χρώμα των βρώμικων νερών του λέρωνε τις σκέψεις μας, μαζί και οι τρεις μας ήμασταν σε προηγούμενο βαπόρι. Τώρα προσπαθούσαμε να βρούμε μια σταθερή λύση στα προβλήματα της ύπαρξής μας. Ως ναυτικοί, μας παρέσυρε της θαλάσσης το ρεύμα πότε εδώ πότε εκεί, δεν είχαμε τίποτα το σταθερό, λες και ήμασταν θαλασσοπούλια, αυτά που δεν προλαβαίνουν να σταθούν σε καμιά στεριά.

Ο Λειβαθινός καλός φίλος άρχισε το κατεβατό, προσπαθούσε να με πείσει: «μια συμβουλή σου δίνω να παρατήσεις όλα, ξέχασε ποιος ήσουν, να πας να χαθείς στα βάθη της Αμερικής, άλλαξε και τ’ όνομά σου, είναι ευκαιρία μην την αφήνεις, θα αποκατασταθείς, θα κάνεις λεφτά.» κυνηγούσε τόσο πολύ το χρήμα κι εγώ που πίστευα τόσο πολυ στην γυναικεία αγκαλιά, στον ρομαντισμό και την αγάπη δεν κουνούσα ούτε το μικρό μου δακτυλάκι για να κάνω τίποτα, έμενα στης τύχης τα γραμμένα.

Ο από τα Σπήλια γνώρισε την Έμμυ μπαργούμαν στο μπαρ του Τζίμη του έλληνα στην οδό Ντεκατούρ.

Δεν πάει άλλο η ζωή του ναυτικού θα την παντρευτώ να μείνω στην στεριά, την έβγαλε απ’ το μπαρ έπιασε δουλειά στο Maison Blanche, έφυγε απ το δεμένο καράβι, έκανε τα χαρτιά του και ήρθαν στη Νέα Υόρκη, ο Λειβαθινός πήρε το Λιβεριανό δίπλωμα πλοιάρχου και μπαρκάρισε πλοίαρχος σε αμερικανικών συμφερόντων επιβατηγό βαπόρι με Λιβερίας σημαία, που έκανε ταξίδια στην Καραϊβική.

Ήταν ένα κρουαζιερόπλοιο όπου έπισα φωτιά σε ταξίδια Μπαχάμας Μαϊάμι . Εγώ κατέληξα νυκτοφύλακας στο καράβι αυτό που ήταν δεμένο στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Ορλεάνης παρέα με την σκύλα και το 22ρι πιστόλι. Αφού κάθισα κάμποσο καιρό, φυλάγοντας το βαπόρι και ανάβοντας τα φώτα την νύχτα, μια μέρα αποφάσισα να φύγω, πήρα το αεροπλάνο και πήγα στην Γουατεμάλα. Ήταν η μέρα που είχαν σκοτώσει τον αμερικανό πρόεδρο Kennedy.

Το έμαθα αφού ήδη είχα φτάσει στον προορισμό μου.

email