H Kεφαλονίτικη σατιρική δροσιά

Κεφαλονίτες

Κεφαλονίτες

Δεν είναι μόνο σημερινή. Εχει ιστορία. Ο Κεφαλονίτης είναι άνθρωπος  με χιούμορ, με πνεύμα και ακόμα λυρισμό.

Συχνά κι απλοί άνθρωποι γράφαν υ­πέροχες σάτιρες.

Π.χ. ο Π. Γεωργάπουλος (Χωριάτης) εξαίρετος σε πολλά.

Έχουν γίνει  εκδηλώσεις για το Λασκαράτο, μα αλήθεια πόσοι σκέφτηκαν Αβλιχο, Μολφέτα/Γραικούση, Βουνά;

Ζει και σήμερα η σάτιρα. Ωστόσο πριν δύο αιώνες,  ένα ή μισό είχαμε πληθώρα ξέχωρων σατιρικών στο νησί μας. Θ’ αναφέρω ένα ω­ραίο σατιρικό που μού ‘πε ο Στέλιος Κανελάτος από τα Περατάτα

Κάποτε στη Νέα Υόρκη πήρε με το σαράβαλο αυτοκίνητο του το Γ. Λιβαδά όταν εκεί ο γνωστός μας Στελάρας (κι ο Γ. Μολφέτας) βρέθηκαν όταν πήγαν να χαιρετήσουν κόσμο που ταξίδευε με το πλοίο «Νέα Ελλάς».

Ζήτησε κάτι για ενθύμιο ο Γ.Μ. και να που η γαλαντομία του Στελάρα οδήγησε τον εκδότη  του Ζιζάνιου να γράψει τούτο.

Αφού ξεπροβοδίσαμε τους φίλους ταξιδιώτες

και αποχαιρετήσαμε γνωστούς και πατριώτες

κινώ να πάω σπίτι μου όλο χαρά γιομάτος

που απρόοπτα με σταματά ο Στέλιος Κανελάτος

*

Ευγενικά μου πρότεινε και με περίσσια χάρη

ότι έχει αυτοκίνητο κι αν θέλω να με πάρει.

Εδέχτηκα την πρόταση τη σπάνια και φίνα

νομίζοντας ο φίλος μου πως έχει λιμουζίνα.

*

Μα κει που εκαμάρωνα και πήγαινα με φόρα

ο φίλος μου μ’ οδήγησε σ’ αρχαία νεκροφόρα.

Που τύφλα νά ‘χει η κιβωτός του μακαρίτη Νώε

που γλύτωσαν με δαύτηνε τόσες ψυχές αθώες.

*

Σαν άρχισε η μηχανή στο τέλος να κινάει

εμούγκριζε σαν έγκυος όπου κοιλοπονάει.

Σκεφτόμουνα ο δύστυχος σαν στο τουνέλι μπούμε

αν σταματήσει η μηχανή πως διάολο θα βγούμε.

*

Τέλος με μύρια βάσανα εφτάσαμε στο τέρμα

αφού εγίνηκε νερό από το φόβο το αίμα.

Εσκέφτηκα απ’ το φίλο μου πράγματι να ζητήσω

κάτι ωσάν ενθύμιο δικό του να κρατήσω

*

κι’ αυτό το κουβαρδόπαιδο

μ’ ύφος βαρύ μαριόλο μου

λέει μ’ ανακούφιση:

Και δεν το παίρνεις όλο

Να τον απάλασε δηλαδή από τον κόπο να το πάει στ’ άχρηστα.!

Αλλο σατι­ρικό -αυτή τη φορά στην Κεφαλονιά– στηρίχτηκε σ’ άλλο γεγονός. Που πικάρισαν έναν παπά που στις κηδείες σαν πρωτόπαπας ήταν μεσιανός και πλη­ρώνονταν διπλά.

Οταν ο επίτροπος του μουρμούρισε πως τον πληρώνουν ίσα με τους άλλους πέταξε χρήματα και λαμπάδα.

Το ποίημα μου είπε ο Α.Κ. από Βλαχάτα, δηλαδή ένα τετράστιχο που όμως έχει δροσιά κι ακόμα λέει πολλά.

Σ’ ένα χωριό κοντακιανό πού ‘γινε μια κηδεία

ο «άγιος» πρωτόπαπας σκόρπισε θυμηδία

σαν είδε πως κονταίνουνε την αγιότητά του

επέταξε και τον παρά και τη λαμπάδα κάτου.

*

Τον καιρό εκείνο τέτοια κι άλλα ακόμα πιο φαιδρά γινόντουσαν. Μα μπο­ρούμε να πούμε και σ” άλλο φύλλο. Συχνά ιστορίες αληθινές.

Για κουνέλα α­κούσατε τίποτε; Οι Βλαχάδες τουλάχιστον ξέρουν.

email