Μερικές Κεφαλονίτικες Ιστορίες

Παλιά Κεφαλονιά

Παλιά Κεφαλονιά

Ήταν παραμονές Χριστουγέννων μία από τις λίγες φορές το χρόνο πού το καφενείο μπακάλικο διέθετε βοδινό κρέας.

Φαίνεται πως η σταφίδα εκείνη τη χρονιά ήταν καλή γιατί στο χέρι του Κoρωνισιάνου της ιστορίας μας βρέθηκε ένα από τά μεγαλύτερα χαρτονομίσματα της εποχής, πιθανότατα και το μοναδικό πού διέθετε και με το οποίο θέλησε να ”πλερώση το ψώνι του για τη Χριστουγεννιάτικη σούπα.”

Ένας από τους αφέντες πού βρισκόταν στο καφενείο εκείνη την ώρα θεώρησε προσβλητικό το ότι στα χέρια του χωρικού βρέθηκε τόσο μεγάλο χαρτονόμισμα και “επήρε το ραβδί του και εβγήκε από το μαγαζί φωνάζοντας ε.. ε… επέρασε η εποχή των αφεντάδων”

Είχε δίκιο …. ευτυχώς.

*

Μια φορά πριν από αρκετά χρόνια στο Αργοστόλι συνέβη το ακόλουθο τραγελαφικό περιστατικό. Ίσως μάλιστα κάποιοι παλαιότεροι να το γνωρίζουν ή να το έχουν κάπου ακούσει, ενώ οι πρωταγωνιστές του είναι γνωστοί και τα ονόματά τους δεν αναφέρονται. Σε μια εκκλησία της πόλης όπως συνηθιζόταν τότε οι πιστοί πήγαιναν λάδι για να ανάβονται τα καντήλια. Όμως οι προσφορές ήταν πολλές και όπως ήταν φυσικό το λάδι όλο και περίσσευε με αποτέλεσμα το βαρέλι να γεμίζει.

Κάποια περίοδο ωστόσο, παρόλο που οι προσφορές των πιστών εξακολουθούσαν να είναι μεγάλες η στάθμη στο βαρέλι άρχισε να χαμηλώνει. Ο καντηλανάφτης λοιπόν πονηρεύτηκε. Λέει δεν μπορεί να γίνεται αυτό, αφού δεν άλλαξε κάτι στις προσφορές. ’ρα κάτι πιο ύποπτο συμβαίνει. Και αποφάσισε να κάνει κάτι για να βεβαιώσει τις υποψίες του και να αποκαλύψει τον δράστη. Έριξε λοιπόν μέσα στο βαρέλι με το λάδι ένα μπιτονάκι μικρό με πετρέλαιο. Λέει, το πετρέλαιο καίγεται και στην φλόγα δεν θα κάνει ζημιά, ωστόσο αν κάτι άλλο συμβαίνει θα αποκαλυφτεί.

Πραγματικά λοιπόν την άλλη μέρα το πρωί στην εκκλησία παρουσιάζεται ο εφημέριος και κοιτάζοντας τον καντηλανάφτη του λέει με έντονο ύφος. «Χριστιανέ μου τι σου έκαμα και βάλθηκες να με ξεκάνεις!!!»

*

Συζητούν τρεις παπάδες, ένας από το ’γιο όρος, ένας από την Αθήνα και ένας Κεφαλονίτης για το πως κατανέμουν τα έσοδα των εκκλησιών τους.

Λέει ο παπάς από το ’γιο όρος:

«Εγώ Πετάω στον αέρα όλα τα νομίσματα και όσα έρθουν κορώνα είναι του Θεού και τα δίνω για τις ανάγκες της εκκλησίας και όσα έρθουν γράμματα είναι δικά μου».

Λέει ο Αθηναίος παπάς:

«Και εγώ πετάω τα νομίσματα στον αέρα και όσα σταθούν όρθια είναι του Θεού και της εκκλησίας, όσα πέσουν στο πλάι (κορώνα ή γράμματα) είναι σαφώς δικά μου».

Και στο τέλος ο Κεφαλονίτης παπάς:

«Εγώ κύριοι συνάδελφοι κάνω το ίδιο που κάνετε και εσείς με πιο απλές διαδικασίες για να μη χάνουμε και χρόνο. Πετάω στον αέρα όλα τα νομίσματα. Όσα θέλει τα κρατάει ο Θεός και όσα πέσουν κάτω είναι δικά μου!»

*

Ο Λασκαράτος ως γνωστόν επειδή ήταν άνθρωπος που σατίριζε τους πάντες και δεν σταματούσε πουθενά, είχε πολλούς εχθρούς.

Έτσι, κάποια φορά στα γενέθλιά του ένας από αυτούς του έστειλε ένα κουτί για δώρο, το οποίο όμως περιείχε αντί για τούρτα, κέρατα.

Τότε ο Λασκαράτος, πάντα ευρηματικός του έστειλε μια όμορφη ανθοδέσμη από τριαντάφυλλα με μια κάρτα που έγραφε. Σε ευχαριστώ για το δώρο σου, ο καθένας ότι έχει μέσα του δίνει…

*

Αριστερά του κάποτε πλακόστρωτου δρόμου από την Κoρωνή προς του Κουρνέλου βρίσκεται λίγο μετά την εκκλησία της Παναγίας στο Βράχο πεσμένη μια μεγάλη στρογγυλή πέτρα Όπως μου αφηγήθηκαν η πέτρα χρησίμευε σαν τραπέζιi όπου γύρω της συναζόταν το αρχοντολόι τα καλοκαιριάτικα δειλινά.

Έθιμο και νόμος απαράβατος οι χωρικοί πού περνούσαν να “ βγάνουνε τη σκούφια τους να τη βάνουνε κάτου από την αμασκάλη και να προσκυνάνε: προσκυνώ αφεντάδες”

Οι παραβάτες του νόμου θα λογαριάζονταν την επομένη με τους μπράβους των αφεντάδων

*

Αριστερά τού δρόμου από τον Ασπρογέρακα προς τις Φανιές διακρίνει κανείς δίπλα στο εκκλησάκι της Βαγγελίστρας κρυμμένα μέσα στα πουρνάρια και τις βαλανιδιές τα ερείπια από ένα μεγάλο κτίσμα. Δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου σεισμού όπως εύκολα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, απλά το χτίσιμο τού παλατιού όπως αναφέρεται από τούς ντόπιους δεν τέλειωσε ποτέ.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση κατά τη διάρκεια του κτισίματος ο αφέντης ανέβηκε στο ψηλότερο σημείο τού τοίχου ή κατ΄ άλλους αφού το κτίσιμο των τοίχων τελείωσε ανέβηκε για να κρεμάσει όπως ήταν το έθιμο το δώρο τού αρχιμάστορα.

Άσχετα με την αιτία που ανέβηκε, από το ύψος του πύργου βλέποντας την κοιλάδα της Φουκαλίδας να απλώνεται μπροστά του ευχήθηκε επικαλούμενος την γειτόνισσα του:

“Κάμε Βαγγελίστρα μου ότι βλέπω να γένη δικό μου”

Κάποιος απ΄ τους χτίστες ακούγοντας την ανίερη ευχή ψιθύρισε αυθόρμητα:

“Μπα που να μη φτάσεις να κατεβείς ανεχόρταε”

Από τις δύο ευχές η μια εισακούστηκε και το χτίσιμο του παλατιού δεν τέλειωσε ποτέ.

email