Νιόνιος ο Χάχας (Κεφαλλονίτης γαρ…)

Προσεισμική Κεφαλλονιά

Προσεισμική Κεφαλλονιά

Να ξεφύγουμε για λίγο από τη κρίση, τα Eurogroup και τα υπόλοιπα  και να πάμε σε κάτι ευχάριστο και εύθυμο. Και που αλλού από την Κεφαλονιά μπορούμε να αναζητήσουμε και να βρούμε κάτι τέτοιο; Εμπρός λοιπόν για ένα μικρό ταξιδάκι στο ιδιόρρυθμο αυτό νησί, με τους ιδιόρρυθμους κατοίκους του και την ιδιόρρυθμη ψυχολογία τους.

Αν προσπαθήσει κανείς να αναλύσει την ιδιόρρυθμη ψυχοσύνθεση του Κεφαλλονίτη έχω τη γνώμη πως δεν θα καταλήξει πουθενά. Ο κόπος θα είναι άδικος. Το γιατί είναι απλό. Ο Κεφαλλονίτης δεν αναλύεται. Απλά γιατί δεν είναι μια σύνθεση για να μπορεί κάποιος να τον αναλύσει.

Είναι έτσι φτιαγμένος από τότε που ο Θεός έφτιαξε το νησί του. Είναι αυτός που για αιώνες βρίσκεται ανάμεσά μας κι έτσι τον έχουμε συνηθίσει. Κι αυτή η ιδιόρρυθμη ψυχοσύνθεσή του είναι αυτή που μας έχει δώσει ένα πλήθος από αξέχαστους και ανεπανάληπτους Κεφαλλονίτες. Ένας απ’ αυτούς ήταν κι ο Νιόνιος ο Χάχας. Τα κατορθώματα του οποίου τα έμαθα στην Πάτρα το καλοκαίρι του΄53 μετά τους σεισμούς που κατέστρεψαν τα νησιά.

Νιόνιος ο Χάχας λοιπόν. Μην ζητήσετε να μάθετε το πραγματικό του επώνυμο. Ο λόγος απλός. Κανείς δεν το ξέρει. Ίσως ούτε κι ο ίδιος. Κι αν τύχει κάποιος το γνωρίζει και ψάξει να τον βρει μ’ αυτό, θα σταθεί αδύνατο. Γιατί απλούστατα όλη η Κεφαλονιά τον ξέρει, ο Νιόνιος ο Χάχας. Και ποιός δεν τον θυμάται ακόμη και τώρα, μετά από τόσα χρόνια.

Κατέβαινε από το Ληξούρι για τα’ Αργοστόλι κάθε πρωί φορτωμένος στους ώμους του με ζωντανά κοτόπουλα. Είχε τα πόδια τους δεμένα για να μην του φύγουν. Στα χέρια του είχε περασμένα δύο καλάθια με αυγά. Γύριζε στις ρούγες και τα σοκάκια και φώναζε με την αγριοφωνάρα του.

– Έχω κότες και κοτόπουλα. Έχω φρέσκα αυγά.

Πίσω του ακολουθούσε πειράζοντάς τον ένα σμάρι πιτσιρίκια και διασκέδαζαν καθώς ο Νιόνιος μάλωνε με τις νοικοκυρές που του έκαναν παζάρια.

Λίγες μέρες μετά τους σεισμούς του ΄53 ο Νιόνιος, μαζί με άλλους πολλούς Κεφαλλονίτες, βρέθηκε πρόσφυγας στην Πάτρα. Τον έριξαν κι αυτόν σ’ ένα σχολείο της Άνω Πάτρας και τον άφησαν εκεί σε μια γωνιά να ζει με την μοίρα του.

Άφραγκος κι αδέκαρος χρειάστηκε κάποια μέρα να κατέβει στο λιμάνι της Πάτρας για να συναντήσει κάποιους άλλους Κεφαλλονίτες. Μπαίνει λοιπόν στο λεωφορείο της γραμμής και κάθεται σαν κύριος. Περνάει σε λίγο ο εισπράκτορας για τα εισιτήρια. Κείνη την εποχή οι εισπράκτορες γύριζαν στα καθίσματα και μάζευαν τα εισιτήρια. Φτάνει λοιπόν μπροστά στον Νιόνιο και του ζητάει το εισιτήριο.

– Το εισιτήριό σας παρακαλώ.

Ο Νιόνιος είχε βυθίσει το βλέμμα του έξω από το παράθυρο κι έμοιαζε να ζει στον δικό του κόσμο.

– Το εισιτήριο κύριος, επαναλαμβάνει ο εισπράκτορας.

Τσιμουδιά ο Νιόνιος. Ο εισπράκτορας χάνοντας την υπομονή του τον χτυπά στον ώμο.

– Πόσες φορές θα το πω. Εισιτήριο!!!

Απότομα ο Νιόνιος σηκώνεται, στέκει μπροστά στον εισπράκτορα, τον κοιτάζει αγριεμένος στα μάτια και με μια απότομη κίνηση βγάζει έξω και τις δύο άδειες και τρύπιες τσέπες του και με την χαρακτηριστική ληξουριώτικη προφορά του φωνάζει.

– Ωρέ που να ’μπει ο διάλος μέσα σου, Δώσε τα ρέστα ορέ απ’ όνα σεισμό τσι έντεκα παρά κουάρτο.

Περιττό να πούμε ότι το λεωφορείο σταμάτησε από τα γέλια.

Μετά από την Πάτρα, ο Νιόνιος, σεισμόπληκτος πάντα, βρέθηκε στην Αθήνα. Δεν άφησε να τον νικήσει η μοίρα του.

Λίγες μέρες μόνο χρειάστηκε για να βρει το δρόμο του στην πολύβουη πρωτεύουσα. Κι έτσι μόλις συνέλαβε και κατέστρωσε τα σχέδιά του άρχισε να συχνάζει στο περίπτερο που είχε κείνη την εποχή στην Ομόνοια ο Διονύσης ο Μουσούρης απ’ τα’ Αργοστόλι. Εκεί έπαιρνε και διάβαζε όλες τις εφημερίδες, τη μια μετά την άλλη, φυσικά τζάμπα. Τον κοιτούσε μέσα από το περίπτερο ο Μουσούρης και του φώναζε κοροϊδευτικά.

– Ωρέ διαλέμπα μέσα σου Τι σ’ έπιασε και διαβάζεις ασταμάτητα;

Ο Νιόνιος δεν του έδινε καμιά απάντηση. Μόνο κάπου κάπου έβγαζε από την τσέπη του ένα χαρτί και ένα μολύβι και σημείωνε κάτι. Τότε ο Διονύσης ο Μουσούρης, μέσα από το περίπτερο, του έστελνε δύο κεφαλλονίτικα φάσκελα φωνάζοντας.

– Όρσε όρνιο που ’μαθες και γράφεις.

Ο φίλος μας τσιμουδιά. Μόλις τέλειωνε όλες τις εφημερίδες έφευγε χωρίς να πει λέξη.

Σε λίγο καιρό, στον κεφαλλονίτικο κύκλο της Αθήνας, μαθεύτηκε το μεγάλο νέο.

Ο Νιόνιος ο Χάχας μαζί με τον Κυρηναίο -άλλο καλό παιδί της Κεφαλονιάς και τούτος- είχανε ανοίξει στο Μοναστηράκι «κατάστημα μεταχειρισμένου ιματισμού», όπως το ’λεγαν. Τα ’χασαν όλοι. Κι όμως το κόλπο ήταν απλό. Ο Νιόνιος, από τις εφημερίδες που διάβαζε, κρατούσε τα ονόματα και τις διευθύνσεις των κηδειών από τις πλούσιες περιοχές της Αθήνας. Κολωνάκι, Κηφισιά, Μαρούσι και άλλες. Μετά από δύο -τρεις μέρες κι αφού είχε γίνει η κηδεία, παρουσιαζότανε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού ο Νιόνιος κι ούτε λίγο ούτε πολύ ζητούσε να δει τον… πεθαμένο.

– Καλημέρα κυρά μου, έλεγε στη χήρα. Μπορώ να δω τον αφέντη κύριο Ιωάννου.

Η χήρα τον κοιτούσε έκπληκτη και μη μπορώντας να κρατήσει τα δάκρυά της του έλεγε ότι ο κ. Ιωάννου είχε πεθάνει. Τότε ο Νιόνιος τιναζότανε από την δήθεν μεγάλη έκπληξη.

– Μη μου το λες αρχόντισσά μου. Θε μου. Τ’ είναι τούτο πάλε. Πολύ λυπάμαι καλή μου κυρά. Και μου ’χε πει ο φλιμένος να περάσω καμιά μέρα να μου δώσει λίγα ρούχα για τσου σεισμόπληχτους τση Κεφαλονιάς.

Φυσικά η χήρα για την ψυχή του μακαρίτη έδινε στο Νιόνιο αγκαλιές από ρούχα.

– Με το συμπάθιο κυρά μου κι αρχόντισσα. Να περάσω σε λίγες μέρες να μου δόκεις ό, τι άλλο μπορεί για τσου κακόμοιρους τσου σεισμόπληχτους;

Κι αφού φορτωνόταν τα ρούχα κατηφόριζε στο Μοναστηράκι όπου είχαν στήσει το κατάστημα μεταχειρισμένου ιματισμού.

Όταν μετά από καιρό ο Νιόνιος έπιασε αρκετά χρήματα αποφάσισε να φύγει για Κεφαλονιά. Πέρασε από την Ομόνοια, στάθηκε έξω από το περίπτερο του Μουσούρη και του φώναξε.

– Μουσούρηηηηη. Ορέ Μουσούρη. Κάτσε κει μέσα να καίγεσαι απ’ τσου ήλιους, που να μπει ο διάλος μέσα σου όρνιο. Εγώ με τσι ’φημερίδες σου και με τα ρούχα των αποθαμένωνε φεύγω για Ληξούρι.

email
Πηγή άρθρου: eftanhsa.blogspot.gr