Μια μέρα με την Ντιάνα Αντωνακάτου

Ντιάνα Αντωνακάτου

Ντιάνα Αντωνακάτου

Φτάνουμε στα Βιλλατώρια της Κεφαλονιάς, στο σπίτι της Ντιάνας Αντωνακάτου. Πρόκειται για ένα υπεραιωνόβιο σπίτι, χτισμένο πριν από το 1825, ανθεκτικό στο χρόνο και τους σεισμούς, που κάθε Αύγουστο, εδώ και είκοσι ένα χρόνια, φιλοξενεί την έκθεση ζωγραφικής της οικοδέσποινας. Από την αυλόπορτα κιόλας, το θέαμα είναι μαγευτικό: κόκκινες, πορτοκαλιές και ροζ ντάλιες, τεράστιοι και κατακίτρινοι ηλίανθοι, γεράνια όλων των χρωμάτων και καταπράσινοι, φουντωτοί βασιλικοί πλαισιώνουν το εξ ίσου χαρούμενο σπίτι της ζωγράφου που, όπως διάβασα κάπου, «το έχει χρωματίσει με λαμπρά χρώματα της επιλογής της, χρώματα που βγαίνουν από την παλέτα των έργων της». Και όλα αυτά, κάτω από τη σκέπη του τεράστιου πεύκου που με τη σκιά του χαρίζει δροσιά στο χώρο ακόμα και τις πιο ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Οι πίνακες που είναι κρεμασμένοι μέσα και έξω από το σπίτι απεικονίζουν αυτό που μας υπόσχεται ο τίτλος της φετινής έκθεσης: Τον Τόπο μας.

Ποιά είναι η Ντιάνα Αντωνακάτου;

Είναι μια πολύπλευρη, πολυσχιδής καλλιτεχνική φύση. «Μέσα μας υπάρχουν δυνάμεις», λέει, «και από την παιδική μας ηλικία ανοίγονται μπροστά μας δρόμοι όπου αυτές οι δυνάμεις μπορούν να διοχετευτούν. Πλαθόμαστε είτε από το περιβάλλον είτε από κληρονομιά μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο. Και στην πορεία της ζωής μας, μπορεί να φανερωθούν ένα σωρό μετακινήσεις της εσωτερικής μας υπόστασης. Προσωπικά, είμαι ζωγράφος, όμως επίσης έχω ασχοληθεί με την ιστορία και τη λαογραφία, την πεζογραφία και την ποίηση. Στην οικογένειά μου, από πολύ μικρά είχαμε την τύχη να έχουμε σχέση με τη μουσική – μαθαίναμε βιολί, πιάνο, μαντολίνο. Ακόμα και αν δεν γίναμε επαγγελματίες μουσικοί, είχαμε στη διάθεσή μας ένα τρόπο έκφρασης μέσα από την τέχνη. Από τη μεριά του πατέρα μου, που ήταν φιλόλογος, είμαστε επίσης εκτεθειμένοι στον λόγο. Θυμάμαι που σκαρώναμε ποιηματάκια μέσα από την καθημερινότητά μας και κάναμε γέλια… Ή έγραφα πεζοτράγουδα. Ήταν ένα διασκεδαστικό παιχνίδι που όμως μας βοήθησε να καλλιεργήσουμε τη λεκτική μας ικανότητα. Αργότερα, ήρθε η ζωγραφική και το διάβασμα. Και η περιέργεια η ιστορική. Όλα αυτά όργωσαν έναν χώρο καρπερό μέσα μου».

Πράγματι, η Αντωνακάτου έχει σπουδάσει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όμως τα τοπία που αποτύπωνε στον καμβά της έπρεπε πάντα να είναι τεκμηριωμένα γεωγραφικά, ιστορικά και λαογραφικά. Το ίδιο και τα πρόσωπα – πάντα κουβαλούσαν μνήμες. Με εντυπωσιάζουν οι γνώσεις της για το κάθε ερείπιο, την κάθε εκκλησία, την κάθε βουνοκορφή που έχει απεικονίσει, όπως και για την προέλευση του κάθε τοπωνυμίου. «Η ιστορία και η λαογραφία του κάθε τόπου με έκανε να τον νιώθω σαν χώμα δικό μου», λέει. «Αν προσθέσουμε λοιπόν στην ιδιότητα της ζωγράφου και τις λέξεις λογοτέχνις – λαογράφος , δεν απέχουμε πολύ από την αλήθεια. Πάντως, τώρα στα έσχατα, θα έλεγα ότι είμαι απλώς ένας άνθρωπος που μεταχειρίστηκε το περπάτημα μέσα στη ζωή για να χαρεί».

Πέρα από τους πίνακες που έχει ζωγραφίσει και με τους οποίους έχει συμμετάσχει σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις, έχει εκδώσει η ίδια μεγάλα εικονογραφημένα βιβλία με κείμενα και ζωγραφική δική της με τους τίτλους: ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ, ΕΠΤΑΝΗΣΑ, ΑΡΓΟΛΙΔΑ, ΝΑΥΠΛΙΟ, ΝΑΥΠΛΙΟ 88. Όπως και τους δύο τόμους με τα μοναστήρια της Πελοποννήσου, ΜΟΝΕΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ και ΜΟΝΕΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ, με κείμενα Ντ. Αντωνακάτου–Τάκη Μαύρου και εικονογράφηση δική της. Πέρυσι, εξέδωσε ένα FOLIO με τον τίτλο 20 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑ, με αντιπροσωπευτικά έργα της από τις εκθέσεις που οργανώνει στο πατρικό της. Όλα αυτά τα άλμπουμ είναι ένας συνδυασμός εικαστικών έργων που απεικονίζουν τον συγκεκριμένο τόπο με στοιχεία που αφορούν τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν του. Σε ένα από αυτά, γράφει στον πρόλογο: «Οι τόποι δεν ξανοίγονται στα μάτια μας ευκολοπόρθητοι. Εκείνο που μας προσφέρουν είναι εξωτερικά μόνο χαρακτηριστικά, επιφανειακό σχήμα. Τα μυστικά των εκφράσεών τους, τα συνολικά γνωρίσματα της μορφής τους, αυτά που ξεχωρίζουν τον ένα Τόπο από τον άλλο, για να τον αποδώσουν ιδιαίτερη μικρή πατρίδα, είναι βαθιά περασμένα μέσα στο χρόνο και το χώρο, στη φύση και στην ιστορία, στα κτίσματα και στους ανθρώπους».

Πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία με τα εικονογραφημένα βιβλία;

«Τέσσερα πέντε χρόνια μετά τους σεισμούς της Κεφαλονιάς» λέει, «ήθελα να στερεώσω μια μνήμη εικόνας από το νησί μου όπως το είχα ζήσει από παιδί. Η σκέψη ήταν να βγει ένα βιβλίο σε αποχαιρετισμό της πατρίδας . Με τον σεισμό γκρεμίστηκε ένας πολιτισμός ολόκληρων εποχών. Έφυγαν άνθρωποι, έφυγε πνευματικό υλικό, διακόπηκε μια συνέχεια αιώνων. Θα ζωγράφιζα κομμάτια της παλιάς Κεφαλονιάς και θα έγραφα γι’ αυτά, όμως την ίδια στιγμή μου γεννήθηκε η διάθεση να ελέγξω την πληροφορία. Οι άνθρωποι μου έλεγαν γιατί, πώς και πότε έγινε αυτό ή το άλλο. Εγώ μετά έπρεπε να το υποστηρίξω. Βιβλιογραφικά, έπρεπε να είμαι κατοχυρωμένη. Είχα τη μεγάλη τιμή αυτό το βιβλίο μου, το αποχαιρετιστήριο στην Κεφαλονιά, που ήταν και το πρώτο αυτής της σειράς, να το προλογίσει ο σπουδαίος λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος. Αργότερα έβγαλα τα «Επτάνησα» κι ύστερα επικεντρώθηκα στην Αργολίδα, στην οποία οφείλω πολλά. Μπορώ να πω ότι την θεώρησα δεύτερη πατρίδα μου. Ήρθαν έτσι τα πράγματα που σ’ αυτό το μέρος ανέπτυξα μια μεγάλη ικανότητα να προσεγγίζω τον κόσμο, να μπαίνω στα σπίτια, να κάθομαι στα κατώφλια και να ακούω τις ιστορίες του. Όσο για τα μοναστήρια της Πελοποννήσου, πρόκειται για ένα μεγάλο εγχείρημα που τόλμησα σε συνεργασία με τον Τάκη Μαύρο, με τον οποίο γράψαμε τα σχετικά κείμενα μετά από έρευνες σε ιστορικά αρχεία. Το αν όλα αυτά τα βιβλία θα δώσουν κάτι στον μελετητή του αύριο, δεν το ξέρω αλλά το ελπίζω. Θα έχει τη σημασία του».

Την συζήτησή μας διακόπτουν κάθε λίγο επισκέπτες της έκθεσης, η γειτόνισσα που φροντίζει τα λουλούδια, η άλλη γειτόνισσα που της φέρνει ένα αχνιστό καρβέλι ψωμί που μόλις έβγαλε από τον ξυλόφουρνο ( και το οποίο επιμένει να μου δώσει), τηλεφωνήματα από φίλους. Για όλους έχει μια καλή κουβέντα, πολύ προσωπική, πολύ εγκάρδια. Στην καθημερινότητά της είναι προσιτή, απλή αλλά και πολύ λυρική.«Θα σου γράψω ένα ποίημα», την ακούω να λέει σε έναν φίλο από το τηλέφωνο, ενώ οι ακροστιχίδες της έχουν γράψει τη δική τους ιστορία.

Όλη αυτή την ώρα χαζεύω τα έργα της από τα 20 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ. Θάλασσες με εκείνο τα χρώμα που μόνο στο Ιόνιο συναντάς, παλιά σπίτια με ολάνθιστους κήπους, απόκρημνα βράχια, επιβλητικά τοπία. Πίσω από το καθένα, ο τίτλος και μια μικρή επεξήγηση. Πώς περιγράφει τον Μύρτο; «Γιαλός μαγευτικός, του κεφαλονίτικου τοπίου κορύφωση. Η θάλασσα του Ιονίου στον κόλπο του μοναδική. Του γαλαζοπράσινου με δέκα αποχρώσεις. Τον πλαισιώνουν άγρια, λευκά βράχια, δεντρωμένα…» Την Ιθάκη; «Το όνομα της μύθος και πραγματικότητα. Η θέση της, σαν μαγική πυξίδα οδηγεί σε ταξίδια χιλιάδες χρόνια τώρα. Σ’ επιστημονικές έρευνες και ποιητικά οράματα. Το όνομά της συμβολίζει πάντα την Πατρίδα και την Επιστροφή. Όποια πατρίδα, όποια επιστροφή…» Την Άσσο; «Μιας κοσμογονικής διαμόρφωσης σύνθεση, μιας διαχρονικής ανθρώπινης συνέργειας έργο. Με τα χνάρια μόνο της αγροτικής ζωής και της αστικής κοινωνίας τα αποτυπώματα. Με το βενετσιάνικο κάστρο να ιστορεί… Με τις ασύγκριτες θαλασσινές της περιπτύξεις να προσκαλεί. Κι ακόμη να αντέχει την «εισβολή» της Εποχής. Εκπορθημένη και απόρθητη…» Ενώ διαβάζω, θυμάμαι τα λόγια του Πέτρου Πετράτου που γράφει στο περιοδικό Οδύσσεια: «Η Ντιάνα Αντωνακάτου δεν κρατάει μόνο πινέλο και παλέτα. Κρατά και πένα, άλλοτε γλυκά και ήρεμα, άλλοτε ανατρεπτικά». Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Έριξε του Ήλιου Πετριές», μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Ανά 30’’» για την οποία κέρδισε τον έπαινο των «Δώδεκα» το 1964, ενώ έπαινο του Υπ. Πολιτισμού κέρδισε για το θεατρικό έργο της «Μέγιστη Ώρα». Ακόμη έχει γράψει χρονογραφήματα και έχει ασχοληθεί με λαογραφικές και ιστορικές μελέτες. Για την προσφορά της έχει βραβευτεί με το αργυρούν μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών, το 1979.

Αναρωτιέμαι πώς της ήρθε η ιδέα να οργανώνει εκθέσεις σε ένα μικρό χωριό σαν τα Βιλλατώρια. «Όταν ήρθε στα χέρια μου το πατρικό σπίτι», λέει, «είπα να κάνω κάτι για να δώσω ζωή στην περιοχή και το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν να οργανώνω χορούς. Έφτιαξα λοιπόν μια ταμπέλα που έλεγε «Απόψε στης Ντιάνας Χορός – Είσοδος Ελεύθερη», έφερα μουσικούς με σκορτσάμπουνα, φυσαρμόνικες κι άλλα όργανα και ο κόσμος άρχισε να συρρέει. Μεγάλη επιτυχία… Στους παραδοσιακούς χορούς μάλιστα γινόταν διαγωνισμός με ειδική «ελλανόδικο» επιτροπή». Γελάει και μας κάνει κι εμάς να γελάσουμε, καθώς θυμάται διάφορα αστεία περιστατικά με την επιτροπή και τις κωμικοτραγικές παρεξηγήσεις μεταξύ των μελών της. Η ταυτότητα της διανοούμενης συνυπάρχει μια χαρά με την ταυτότητα της γυναίκας που απολαμβάνει τη ζωή.«Αυτό ξεκίνησε το 1980», συνεχίζει, «ταυτόχρονα με τους αγώνες δρόμου 100,200 και 1500 μ. που άρχισαν με δική μου πρωτοβουλία και συνεχίζονται μέχρι σήμερα και στους οποίους παίρνουν μέρος παιδιά από 7 ως 17 ετών. Οι χοροί, ωστόσο, κράτησαν μια δεκαετία, καθώς το 1990, μετά την Αργολίδα, είπα να κάνω κάτι πιο ουσιαστικό για το χωριό μου. Μπορώ να πω ότι οι άνθρωποι υποδέχτηκαν αυτή την πρωτοβουλία μου πολύ συμπαθητικά από την πρώτη χρονιά, έτσι σιγά σιγά καθιερώθηκε και η έκθεση έγινε θεσμός. Βέβαια, στα εγκαίνια της έκθεσης, έρχονται πάλι μουσικοί και κανταδόροι και γίνεται μεγάλο γλέντι με τραγούδια και χορούς…»

Σηκώνομαι να δω τα έργα της έκθεσης. Κεφαλονιά, Κύθηρα, Σαντορίνη, Αργολίδα, παλιά αρχοντικά, βενετσιάνικα κάστρα, βυζαντινές εκκλησίες, ακρογιαλιές, βουνά, χωριουδάκια. «Η επαφή με τη φύση», λέει η Αντωνακάτου, « απ’ όπου είναι τα περισσότερα θέματά μου, είναι μια άσκηση που ξεφεύγει από τη μαθητική. Όπως ο εργάτης μαθαίνει με δικούς του νόμους, εμπειρικά, να τιθασεύει το υλικό του, έτσι και ο ζωγράφος είναι σε μια συνεχή διαδικασία εξέλιξης. Έχω ζωγραφίσει το ίδιο τοπίο από την ίδια γωνία και κάτω από το ίδιο φως πολλές φορές και κάθε φορά βγαίνει κάτι διαφορετικό». Και πράγματι τα πρόσφατα έργα της επιβεβαιώνουν τα λόγια της με μια τεχνοτροπία πολύ φρέσκια, πολύ αλλιώτικη, αν και στο βάθος της γνώριμη. Λίγο πριν βγω από την αυλόπορτα, καταφτάνουν δύο ακόμα επισκέπτριες. Η ζωγράφος τις καλωσορίζει και η μια λέει χαριτολογώντας: «Ήρθαμε να κάνουμε κατάθεση στον καλλιτεχνικό και πολιτιστικό πνεύμονα της Κεφαλονιάς». Βρίσκω το σχόλιο απόλυτα εύστοχο: Είναι αλήθεια πως η Ντιάνα Αντωνακάτου, τόσο με το έργο της όσο και με το ταμπεραμέντο της, έχει δώσει μεγάλη πνοή στον τόπο που τόσο αγαπάει.

Η Όλγα Λαζοπούλου έχει σπουδάσει Ψυχολογία αλλά ασχολείται με τη μετάφραση. Είναι περήφανη για τις μεταφράσεις το βιβλίων «Αγόρι», «Σόλο Πορεία» και κυρίως «Τα Παραμύθια Ανάποδα» και «τα Παλιοτέρατα» — όλα έργα του αγαπημένου της Ρόαλντ Νταλ. Τον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει, φτιάχνει κεραμικά και της αρέσει να ακούει ιστορίες, τις οποίες και καταγράφει όταν αυτές είναι αρκετά συναρπαστικές. Ένα δείγμα από τέτοιες ιστορίες μπορεί να βρει κανείς στο www.istoriesdo.blogspot.com .

Στο Δημοτικό θέατρο “Κέφαλος” μια εκδήλωση προς τιμή της Ντιάνας Αντωνακάτου στις 27 Δεκέμβρη

Πρόσκληση

email