Μια παρεμφερής ιστορία «Μανωλάδας» στο Λιβάδι Παλικής Κεφαλληνίας

Λιβάδι Ληξουρίου

Λιβάδι Ληξουρίου

Μαρίνος Χαρμπούρης: ένα σύντομο βιογραφικό του ιδιοφυούς μηχανικού της ρωσικής Αυλής

Γεννήθηκε στο Αργοστόλι το 1729 από τον Δημήτριο και την Αικατερίνη Σουμάκη Λιβιέρη. Δευτερότοκος μεταξύ πέντε αδελφών (1) σπούδασε φυσικομαθηματικός και μηχανικός και πήρε το δίπλωμά του στη Βόννη. Εγκληματική όμως πράξη τον ανάγκασε να φύγει στην Τεργέστη και να αλλάξει και το όνομά του σε Λάσκαρη(ι)ς.

Το 1761 κατετάγη στο στρατό της Μαρίας Θηρεσίας και το 1763 εγκατεστάθη στη Ρωσία. Εκεί ο Κεφαλλήν Στρατηγός Πέτρος Μελισσηνός ανιχνεύοντας στον συμπατριώτη του μοναδικές ικανότητες, τον προώθησε στο μηχανικό τμήμα της Στρατιωτικής Σχολής όπου πλούτισε τις γνώσεις του. Ο Μαρίνος, στον Μελισσηνό οφείλει τη σχέση του με την αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β’. Παντρεύτηκε την Ελένη Γκριζοσκόλκο (ή Χρυσοσκούλου/η) και απέκτησε μαζί της ένα αγόρι και μια κόρη, τη Σοφία, μετέπειτα σύζυγο του Συνταγματάρχη Χβαστώβ.

Το 1769 ο Μαρίνος κατόρθωσε να μεταφέρει από λίμνη της Φινλανδίας έναν τεράστιο γρανιτένιο ογκόλιθο στην Πετρούπολη στις 20 Σεπτεμβρίου του 1769, για να τοποθετηθεί ο ανδριάντας του Μεγάλου Πέτρου, έργο του ονομαστού γλύπτη Στεφάνου Φαλκόνε. Η μεταφορά ήταν ακατόρθωτη για τα δεδομένα της εποχής, γιατί η βαρύτατη μονοκόμματη πέτρα έπρεπε να περάσει από θάλασσα, ελώδεις περιοχές, βουνά. Η επιτυχής έκβαση της υπόθεσης ήταν αιτία να γίνει διάσημος ο μηχανικός και να του αποδοθούν 7.000 ρούβλια, πολλές τιμές και πληθώρα τίτλων.

Μαρίνος Χαρμπούρης και Λιβάδι Παλικής

Το 1777 πέθανε η σύζυγός του Ελένη και ο Μαρίνος πήγε στο Παρίσι. Εκεί έγινε δεκτός στους αριστοκρατικούς κύκλους, δημοσίευσε τη μελέτη του για τη μεταφορά του ογκόλιθου και παντρεύτηκε την Στεφανία Vantez, ερωμένη ενός πλουσίου γέρου εμπόρου.

Η τόλμη και η επιχειρηματικότητά του συνεπικουρούμενη από τη γεωργική πρόοδο και τα συστήματα της αγροτικής οικονομίας που είχαν αναπτυχθεί στη χώρα αυτή, τον οδήγησαν στην πραγμάτωση των αγροτικών και υδραυλικών σχεδίων του στην Κεφαλλονιά και συγκεκριμένα στο Λιβάδι. Στο γεγονός αυτό βοήθησε και η οικονομική ενίσχυση που του εδόθη ως βραβείο από την Αικατερίνη, αλλά και η πολύπλευρη συμπαράστασή της.

Πράγματι, μετά από το Παρίσι πήγε στην Πετρούπολη για να πάρει μαζί του στην Κεφαλλονιά και τα παιδιά του από τον πρώτο του γάμο. Κατά το ταξίδι της επιστροφής του πνίγηκε ο γιος του. Έφθασε στην Βενετία και στη συνέχεια πήγε στη Βιέννη όπου του δόθηκε το «Καισάρειο Προξενείο/υπατία» (Consolato Cesareo) της Κεφαλλονιάς. Ξαναγύρισε στη Βενετία. Γνώρισε τον Bandu, έμπειρο στις φυτείες τροπικών ειδών στην Αμερική.

Σκέφθηκε να προτείνει στη Γερουσία την ανάπτυξη μιας παρόμοιας φυτείας στην Κεφαλλονιά και κατόρθωσε να του παραχωρηθεί η έκταση του ακαλλιέργητου και ελώδους Λιβαδιού (Βάλτου). Στην μεγάλη ευκολία με την οποία του παραχωρήθηκε ο βάλτος συνέβαλε και επιστολή του αδελφού του, Τζιοβανμπατίστα, προς σημαντικό πρόσωπο της Βενετίας. «Από νομική άποψη» λέει η Πήτρη Χαρμπούρη «ήταν μονάχα επικαρπωτής της παραχώρησης» και έτσι «του παραχωρήθηκε ο βάλτος για καλλιέργεια».

Ο Μαζαράκης στις «Βιογραφίες ενδόξων ανδρών της Νήσου Κεφαλληνίας» αναφέρει πως «επληροφόρησαν την Βουλήν να χαρίση προς αυτόν, ως ιδιοκτησίαν του, τον ρηθέντα βαλτώδη τόπον» και πως ο Χαρμπούρης αισθανόταν ευγνωμοσύνη προς τη Βενετική Βουλή γιατί του είχε «χαρίσει τας πολυτίμους εκείνας γεωκτησίας».

Αλλού όμως, φέρνοντας ως παράδειγμα την επιστολή του «χιλιάρχου Παραβίας» μεταφέρει: «η Κυβέρνησις του παρεχώρησεν μιαν αξιοσημείωτον έκτασιν γεών εις την περιοχήν του Λιβαδίου, ήτις, ως κτήμα δημόσιον, εχρησίμευεν εις τα προσεγγίζοντα χωρία δια τα ζώα των».

Για το ίδιο θέμα ο Λοβέρδος Κωστής στην «Ιστορία» του γράφει: «Ο Μ. Χαρβούρης κατώρθωσε να λάβη παρά της Ενετικής Κυβερνήσεως επί τιμαρίω το ευρύ εν Κεφαλληνία έλος του Λειβαδίου». Ενώ ο Μηλιαράκης στη γνωστή «Γεωγραφία» του: «το τέλμα τούτο μετά του περικειμένου πεδίου του Λιβαδίου εδόθη τω 1778 εις τον Μαρίνον Χαρβούρην, Κεφαλλήνα, υπό της ενετικής πολιτείας προς καλλιέργειαν και κάρπωσιν».

Τον ίδιο χρόνο ο Κόμης Μαρίνος Χαρμπούρης έφθασε στην Κεφαλλονιά όπου άρχισε την πραγμάτωση των μεγαλεπήβολων σχεδίων του.

Τα γεωργικά έργα του Χαρμπούρη στο Λιβάδι θα ήταν ευεργετικά για τους ντόπιους. Μέσα στα σχέδιά του ήταν ο τρόπος για την εξυγίανση της ελώδους περιοχής, η καλλιέργεια νέων φυτειών και η βελτίωση του τρόπου καλλιέργειας με χρήση νέων μέσων.

Έτσι, σύμφωνα με τον Χαρμπούρη και με δεδομένη την κατάσταση του εδάφους του Βάλτου, στην περιοχή μπορούσαν να καλλιεργηθούν με επιτυχία το σακχαροκάλαμο, το βαμβάκι, το σιτάρι και ένα είδος βαμβακιού, ο καφές, το ρύζι, το ινδικό (ingido, anil), γνωστό ως λουλάκι (2). Άρα τα έργα κοινής ωφελείας του μηχανικού θα έδιναν νέα μορφή στο Λιβάδι, το οποίο θα έπαυε να είναι μια απειλή για τους κατοίκους.

Πέρα από τις δικές του γνώσεις πάνω στη μηχανική, τη γεωπονία, τη χημεία, τη βοτανική, τη γεωργική οικονομία, ο Χαρμπούρης είχε πάρει μαζί του και τον φίλο του Idaster, Γερμανό μουσικοδιδάσκαλο και γνώστη των αγροτικών, αλλά και τον Γάλλο γεωπόνο Bandu, έμπειρο σε θέματα καλλιέργειας αποικιακών φυτών, που είχε γνωρίσει στη Βενετία. Κατασκευάσε δυτικότερα από το βαλτοτόπι καταλύματα για τους δυο γεωπόνους και για τον ίδιο, την οικογενειά του και τους υπηρέτες του.

Μάλιστα, ακόμη και σήμερα, σώζεται η ονομασία «του Χαρμπούρη» σε κάτι ερείπια στην «απάνου μεριά του Λιβαδιού» προς το δρόμο για τον Αθέρα.

Αμέσως μετά τις πρώτες ενέργειες για μόνιμη εγκατάσταση ξεκίνησαν τα έργα για να δαμαστεί η προβληματική γη.

Προσέλαβε αρχικά είκοσι εργάτες, τους περισσότερους από τη Λακωνία, για να εργασθούν στο προκαταρκτικό και πιο σημαντικό στάδιο: στα υδραυλικά – αποξηραντικά έργα, αλλά και στα εν συνεχεία γεωργικά. Εφάρμοσε –κατά Μαζαράκη- περίεργες μηχανικές εργασίες για να ξερριζώσει τα άγρια χορτάρια. Μετά, χώρισε το έδαφος σε τμήματα. Άνοιξε μια βαθύτερη και πλατειά κεντρική τάφρο η οποία είχε διέξοδο στη θάλασσα.

Σε αυτήν οδήγησε τέσσερα κεντρικά αυλάκια που δέχονταν όλα τα μικρότερα. Αξίζει να προσεχθεί το γεγονός ότι, ακόμη και σήμερα, κάθε που το Λιβάδι πλημμυρίζει, η υδάτινη πορεία ακολουθεί τον ίδιο δρόμο με αυτόν που χάραξε ο Χαρμπούρης. Η γεωμετρία επί γης παραμένει το ίδιο ακριβής, όσο και τότε.

Ο Μαρίνος σε γράμμα προς τον αδελφό του στο Παρίσι, τον Τζιοβανμπατίστα γράφει: «Ένα πράγμα πάντως είναι σαφές. Το Λιβάδι διαθέτει άφθονο νερό. Κι αν ποτέ ως τώρα κανείς δεν το εκμεταλλεύτηκε, είναι γιατί κανείς δεν είχε αρκετή φαντασία να σκεφτεί να το κάνει. Και κάτι άλλο: ανάμεσα στα σπαρτά που έχω κατά νου, είναι και μερικά που χρειάζονται άφθονη ποσότητα νερού στο στάδιο κατά το οποίο θα μετατρέψω την prima material (πρώτη ύλη) σε εμπορεύσιμο αγαθό».

Πρώτα αποξήρανε τη μισή έκταση. Με το που στέγνωσε η γη, έκτισε αποθήκες και πρόχειρα οικήματα για τους εργάτες και τους μηχανικούς. Κατασκεύασε έναν μύλο για να συνθλίβει το ζαχαροκάλαμο και μια μεγάλη στέρνα.

Αμέσως άρχισε η πρώτη πειραματική σπορά αποικιακών ειδών. Στη μια περιοχή καλλιέργησε βαμβάκι, στην άλλη ινδικό – λουλάκι- και στην άλλη ζαχαροκάλαμο και ρύζι. Στην τέταρτη περιοχή αρχικά δεν φύτεψε τίποτε. Αργότερα όμως και επειδή το ινδικό ευδοκίμησε άμεσα, το καλλιέργησε στο τέταρτο τμήμα.

Τα φύλλα του ινδικού τα μάζευαν και τα τοποθετούσαν σε δεξαμενές με νερό. Η πούδρα τους κατακαθόταν στον πυθμένα, και αφού άδειαζαν το νερό, τη συνέλεγαν σε σακουλάκια από λινό τα οποία κρεμούσαν στον αέρα για να στεγνώσει η γαλαζοειδής σκόνη. Τα αποθήκευαν σε ένα παραθαλάσσιο σπιτάκι, με καλαμένια στέγη και βάση πέτρινη. Μέσα είχε πεζούλια με αραιά πηχάκια. Πάνω σε αυτά τοποθετούσαν τα σακουλάκια με το λουλάκι.

Γρήγορα τα θετικά αποτελέσματα έγιναν ορατά. Ο Γενικός Προβλεπτής Ιάκωβος Nani έστειλε ινδικό και ρύζι στη Βενετική Γερουσία και κρίθηκαν άριστης ποιότητας. Το αποξηραντικό και αγροτικό έργο του Χαρμπούρη εξυμνήθηκε τόσο από τους Βενετούς, όσο και από τον ιστορικό Daru (3).

Στο Λιβάδι, οι καλλιέργειες πήγαιναν περίφημα. Όσο έβλεπε ο Χαρμπούρης να πολλαπλασιάζονται τα κέρδη του από τα εξωτικά προϊόντα, τόσο περισσότερο προσπαθούσε με έργα να εξημερώνει την πεδιάδα. Επιπρόσθετα, μέσα στα σχέδιά του ήταν και η κατασκευή ενός μικρού μόλου. «Έτσι», γράφει στον αδελφό του, «θα είμαι σε θέση να φορτώνω τη σοδειά απευθείας στα καράβια που θα τη μεταφέρουν δίχως να χρειάζεται να την κουβαλάω στο Ληξούρι». Όμως το σχέδιο αυτό δεν ήταν γραφτό να υλοποιηθεί.

Η ομαδική δολοφονία

Στις 18 Απριλίου του 1782 στις 2 τη νύχτα, μετά από τέσσερα σχεδόν χρόνια καλλιέργειας του Λιβαδιού, ο Μαρίνος Χαρμπούρης, η γυναίκα του, το υπηρετικό προσωπικό και ο γεωπόνος Bandu δολοφονήθηκαν μέσα στο σπίτι τους. Τυχερή στάθηκε η κόρη του από τον πρώτο του γάμο γιατί είχε ήδη αναχωρήσει για σπουδές στην Ιταλία (Πάντοβα) όπου τη σπούδαζε ο θείος της, μετά από αδιαφορία και άρνηση του πατέρα της.

Της τραγικής ομαδικής δολοφονίας επέζησε η Γαλλίδα σύζυγός του παρ΄όλο που δέχθηκε 17 (σε άλλα έγγραφα αναφέρονται 2) μαχαιριές και μετά από την απαραίτητη νοσηλεία αναχώρησε για την Κέρκυρα όπου και παρέμεινε. Η ίδια είπε πως δεν θα επέστρεφε ποτέ στην Κεφαλλονιά. Και το τήρησε.

Ποιοι είχαν λόγους να πραγματοποιήσουν την αποτρόπαια αυτή πράξη;

Μπορεί να ήταν κτηνοτρόφοι της γύρω περιοχής, των οποίων τα συμφέροντα εθίχτηκαν από τα έργα καθώς εποπτεύονταν αυστηρά τα κτήματα και η περιοχή πλέον δεν ήταν πρόσφορη για τη βοσκή.

Μπορεί να ήταν εργάτες, οι οποίοι εξοργίζονταν και αγανακτούσαν από τις καθυστερήσεις των πληρωμών τους. Οι «πονηροί και άξεστοι» –κατά Τσιτσέλη, καί όχι μόνο- εργάτες δεν είχαν ευαισθησίες για το επωφελές έργο που αυτοί παρήγαγαν.

Άλλοι έρριξαν βάρη στην παραπαίουσα Βενετική κυβέρνηση του νησιού, γιατί είχε αποσύρει μικρό στρατιωτικό σώμα που φύλαγε την συγκεκριμένη περιοχή. Όμως, η ενέργειά της αυτή δεν ήταν αναίτια. Ο Χαρμπούρης, που ποτέ δεν έκρυψε την συμπάθειά του για τους Ρώσους, μαζί με τον Μελισσινό προκάλεσαν την αχανή χριστιανική αυτοκρατορία να επέμβη στα ελληνικά δρώμενα.

Για τη δολοφονία του Χαρμπούρη μια μερίδα Κεφαλλήνων μέμφθηκε και τους όμορους με το Λιβάδι κτηματίες. Βέβαια δεν θεωρούσαν πως οι ίδιοι οι γαιοκτήμονες προέβησαν στην πράξη αυτή, αλλά πως πλήρωσαν τους εργάτες τους για να δολοφονήσουν τον «ενοχλητικό γείτονα». Η αλήθεια είναι πως επειδή σέβονταν τον Χαρμπούρη, του είχαν εκφράσει τους φόβους τους για την ασφάλεια τη δική του και της οικογένειάς του. Μεταξύ των γαιοκτημόνων που ήθελαν να τον προστατέψουν ήταν και ο Κόμης Κωνσταντίνος Χωραφάς, του οποίου τις συνεχείς παραινέσεις προς τον Χαρμπούρη γνώριζε κάποιος Λάσκαρης που ήταν στη δούλεψη του μηχανικού.

Όμως και ο χαρακτήρας του Χαρμπούρη δεν ήταν ο καλύτερος. «Υπέρμετρα εγωιστής», «κακότροπος και βίαιος» έφτασε σε σημείο να πληρώσει υπηρέτη του από την Ιθάκη για να πυροβολήσει και να θάψει τον φίλο του, Γερμανό γεωπόνο Idaster ο οποίος ήταν δυσαρεστημένος από την κακή συμπεριφορά του Χαρμπούρη, από την άσχημη ζωή που είχε στην ερημιά και είχε εκφράσει παράπονα γιατί καθυστερούσε η μισθοδοσία του. Οι χαρακτηρισμοί «εγωιστής, κακότροπος, βίαιος» ανιχνεύονται στην Π. Χαρμπούρη και στον Η. Τσιτσέλη. Ακόμα και ο Πινιατώρρος στην «Ιστορία» του αφήνει αιχμές για την πλεονεξία του Χαρμπούρη. Δεν αναφέρομαι στον Saint Sauveur και στην έντυπη περιήγησή του όπου η εμπάθειά του προς τον Κόμη είναι εμφανέστατη.

Τελικά απεφάνθη η δικαιοσύνη μετά από έρευνες πολυήμερες. Ο τότε εισαγγελέας Βασίλης Πινιατώρρος κατονόμασε ως δολοφόνους τους ξένους εργάτες του κτήματος Χαρμπούρη. Γιατί με τον τρόπο που είχαν υπογραφεί οι συμφωνίες για εργασία, οι ίδιοι οι εργάτες δεσμεύονταν να μην αναχωρήσουν για τον τόπο τους αν δεν περατώνονταν όλες οι υδραυλικές και γεωργικές εργασίες. Από την άλλη, δεν πληρώνονταν για την εργασία που παρείχαν. Τοιουτοτρόπως, η άρνηση καταβολής των μισθών τους, τους κρατούσε αιχμάλωτους των έργων του Λιβαδιού και του μηχανικού κυρίου του. Έτσι, αυτοί κατά τον εισαγγελέα, και μάλιστα οι Λάκωνες, συγκέντρωναν τους περισσότερους λόγους να γίνουν δολοφόνοι. Τελικά, συνελήφθησαν 22 αλλά διέφυγαν οι έξη.

Ο Τσιτσέλης διέσωσε κάποιους στίχους ενός λαϊκού της εποχής τραγουδιού:

… εκείνος ο Χαρμπούρης, εκείνο το θεριό

μαζόνει Τσακωνίτες αφ’ τ’ Ανατολικό.

Να σκάψουνε τα βάλτα για νάβγη το νερό,

να σπείρουνε λινάρι, ζαχαροκαλαμό.

Ένα Σαββάτο βράδυ τους μπήκε λογισμός

να σφάξουν το Χαρμπούρη να πάρουνε το βιός.

– Αφέντη πλέρωσέ μας, δός μας τον κόπο μας

να πάμε στα παιδιά μας, κι εμείς στον τόπο μας.

-Ίσατε παλληκάρια να κάμουμε δουλιά

αμά σας δίνω τ’ άσπρα να πάτε στο Μωριά…

ΣΗΜ.

(1). Τζιοβανμπατίστα (Κεφαλλονιά 1722-Πάντοβα 1804), Μάρκος (Κεφαλλονιά 1731-Πάντοβα 1808), Μαρία Χωραφά (Κεφαλλονιά 1735- άγνωστο), Πάολο (Κεφαλλονιά 1740-Ζάκυνθος 1813).

(2). Λίγα χρόνια μετά και συγκεκριμένα το 1790 αυτά τα φυτά καλλιεργήθηκαν από την ιδρυθείσα από τους Βενετούς Αγροτική Ακαδημία στον Κούταβο με στόχο την αποξήρανση και εξυγίανσή του, αφού ήδη οι Βενετοί είχαν εξασφαλίσει το ευδόκιμον των φυτών στα κεφαλληνιακά κλιματικά δεδομένα.

(3). Εξέδωσε την πολύτομη «Ιστορία της Δημοκρατίας της Βενετίας» το 1819.

Ευρυδίκη Λειβαδά

Εφημερίδα των Κεφαλλήνων – ΟΔΥΣΣΕΙΑ

email