Κεφαλλονιά: To λεξιλόγιο του B

Κεφαλλονιά

Κεφαλλονιά

Βαθουλοκαρυκιασμένος: τα μάτια να έχουν μαύρους κύκλους και να είναι βαθιά στις κόχες
Βαϊζω: γέρνω στη μια πλευρά
Βαϊλεύω: περιποιούμαι, παραχαϊδεύω κάποιον
Βαλλάρω: το καλό σκάψιμο του κήπου
Βαντάκια: τα στοιβαγμένα ρούχα
Βαραμέντε: μα το ναι, μα την αλήθεια
Βαρβατσουλιά: η μυρωδιά του προβάτου σε εποχή ζευγαρώματος
Βαρδαλωνίζει: γυρίζει από δω κι από κει χωρίς λόγο
Βαρδάσα: είδος δαμάσκηνου μεγάλου μεγέθους (Πουρνέλα)
Βαρδιόλα: παρατηρητήριο, οχυρωμένο σε σημείο με ορατότητα
Βαρειοκαταρούσα: οι κατάρες οι βαριές που έλεγαν οι γυναίκες
Βασταγούρι: γάιδαρος
Βαστάω: κρατάω σε κακουχίες, αντέχω
Βατσίνα: το εμβόλιο
Βατσουνιά: πολλοί βάτοι
Βελάδα: μακρύ επίσημο παλτό
Βελανίδα: οι αδένες που βρίσκονται κοντά στα γεννητικά όργανα
Βελέσι: μακρύ φουστάνι ή φούστα
Βέλο: το τούλι που καλύπτει το πρόσωπο και στηριζόταν στο καπέλο
Βεντερούγα: ραχίτιδα, καμπούρα
Βερβέλες: ακαθαρσίες γίδας και προβάτου
Βεργέτες: τα στρογγυλά σκουλαρίκια
Βεργιά: παγίδα μικρών πουλιών
Βέρσο: ο τρόπος που περπατάει
Βέστα: παιδικό φόρεμα, ρόμπα
Βετούλι: κατσίκι χρονιάρικο
Βήσαλο: κεραμίδια σπασμένα
Βιζικάντι: η εκδορά
Βίζιτα: η επίσκεψη
Βινάρια : η συγκέντρωση, η εμφιάλωση, η αποθήκευση του κρασιού
Βλήτρα: τα βλίτα
Βλιάζω: φωνάζω από πόνο
Βλύχα: το γλυφό νερό που αναβλύζει στις ακτές
Βολά : μια φορά
Βολιάζω: πετροβολώ κάποιον
Βολιός: συγκεντρωμένες πέτρες
Βολύμι: μολύβι, βολυμόπενα, μολυβοπένα
Βοστυλίδι: άσπρο σταφύλι που κάνει καλό κρασί
Βούλωμα: τάπωμα
Βουρλίζομαι: (ιτ. burlare) δαιμονιζομαι, οργιζομαι, τρελένομαι
Βούσκα: μαγιάτικα σύκα
Βουτσί: κρασοβάρελο
Βόχτα: βοήθεια
Βριτσίλα: ο ερεθισμός του δέρματος
Βροντάλι: η μαρκίζα
Βροντοθέροι: διαδομένο αγριόχορτο
Βρωμομαρία: έντομο που εκπέμπει άσχημη μυρωδιά
Βυζοπιάνω: η προσφορά γάλακτος σε μωρό από άλλη μητέρα

email
Πηγή άρθρου: kefalonitika.gr