Κεφαλλονιά: Το λεξιλόγιο του Λ

Κεφαλλονιά

Κεφαλλονιά

Λαβαμάς: (ιτ. lavo mano) ξύλινο τραπέζι που τοποθετούσαν τη λεκάνη με τη κανάτα το νερό, για το πρωινό νίψιμο

Λαγκώνια: το σημείο κάτω από τα πλευρά

Λαγουδέρα: το ξύλινο μέρος του τιμονιού πλεούμενου, η λαβή

Λαδάκωνο: ειρωνικά τα μαύρα κορίτσια, δοχείο λαδιού

Λάλας: αδερφός

Λάμια: Παναγία η Λάμια, εκκλησία του χωριού Δειλινάτα

Λαμπάντε: (ιτ. lampante) διάφανο, καθαρό, αθώο

Λάμπαξα: τρόμαξα πολύ

Λαμπικάρισμα: το λάδι που μεταφέρεται για να καθαρίσει

Λανός: η μεγάλη στέρνα

Λαντζέτα: ξυραφάκι

Λαντζούνια: τα μακριά πόδια

Λάου – λάου: κρυφά, σιγά-σιγά

Λαουρέντες: (ιτ. laureando) βοηθός εργάτης

Λάπατο: λάχανο σαν σπανάκι

Λάτα: τενεκές

Λεβιθόχορτο: το έδιναν βραστό στα παιδιά για την καταπολέμηση των σκουληκιών και τους πόνους της κοιλιάς

Λειτουργιά: το πρόσφορο

Λετράτο: υποκείμενο, άχρηστος και κακόβουλος άνθρωπος

Λεττόνι: ψηλός με ωραίο σώμα

Λεφατσάδα: η κατσάδα

Λειψανέβατο: λειψός, μικρός, σιγά το λειψανέβατο

Λείψεμε: άσε με ήσυχο

Λιανό: λιγνό

Λιγκόνι: μυρμήγκι

Λιθιά: τοίχος με πέτρες

Λιθόστρατο: κεντρικός δρόμος του Αργοστολίου

Λικόμισμα: η σύνθλιψη της ελιάς για να βγει το ελαιόλαδο

Λιμασμένος: πολύ πεινασμένος

Λιμοψείρι: μικρόβιο που προσβάλει τις κότες

Λιμπρετάρω: ανοίγω λίγο τα παραθυρόφυλλα

Λινοκόκι: σπόροι του λιναριού και κατάπλασμα

Λιοβίρι: ζεστός αέρας, προσβάλει τις ελιές

Λιοκόκκια: τα απομεινάρια από τη σύνθλιψη του ελαιοκάρπου

Λιόκρουση: ίκτερος, χρυσή

Λιόντας: ψευτοπαλικαράς, λιοντάρι

Λισβός: λειψός, μικρός

Λιχούτσα: λιχουδιάρα

Λογάτε: π.χ, όπως, σα να λέμε

Λοζός: ένας χώρος βρώμικος

Λοϊδια: μαλλιά

Λοϊδες: μαλλιά αχτένιστα

Λόντρα: πολύ ωραία γυναίκα,(θαυμασμός)

Λοξάρι: το δοξάρι

Λότζα: (ιτ. loggia) η σκεπαστή προεξοχή, το υπόστεγο, θεωρείο

Λουμάκι: το βλαστάρι

Λούρα: η βέργα

Λύμπα: πέτρινη γούρνα

Λυσαντέρια: η δυσεντερία

email
Πηγή άρθρου: ΚefaloniaToday Team