Κεφαλλονιά: Το λεξιλόγιο του Π

Πετανοί

Πετανοί

Παδείρησα: ταλαιπωρήθηκα

Παδέλα: (ιτ. padella) πήλινη κατσαρόλα

Παλαβιάρης: ανόητος, μωρός

Παλαμίζω: σοβατίζω

Πάλε: πάλι

Παλιάτσα: μέτρο λαδιού

Πανιάστηκε: πονηρεύτηκε

Πάντα κι άλλη: από το ένα μέρος κι από το άλλο

Παντιέρα: (ιτ. bandiera) σημαία

Παπόρι: (ιτ. vapore) βαπόρι

Παραζούζουλος: ελαττωματικός

Παρακατούλια: υποδεέστερος

Παρακουφάδες: έβγαλε παρακουφάδες, κουφάθηκε

Παρασάνταλο: παλιοπάπουτσο

Παργατάρω: παραβγαίνω, συναγωνίζομαι

Παρί: αμ’ πως

Πάρλα: (ιτ. parlare) κουβέντα

Παρμένος: ακίνητος από πόνους

Παρτικουλάρω: (ιτ. particolare) υπερασπίζομαι

Πασέτο: μέτρο

Παστόκα: (ιτ. pastocchia) ψευτιά

Πάστρα: καθαρό

Παταούδιασε: πάγωσε

Πατέλα: πεταλίδα

Πατριδί: φασαρία

Πέζο: ζυγαριά

Πειρί: ο πύρος του βαρελιού

Πέρα περού: πέρα-πέρα

Περατζάδα: βόλτα, πέρασμα κόσμου

Περγουλιά: (ιτ. pergola) κληματαριά

Περέσι: ανοιχτό, διάπλατο

Περικουλόζος: (ιτ. pericoloso) επίφοβος

Πετιμέζι: μούστος πολύ βρασμένος

Πέτο: στέρνο

Πετρίτης: γεράκι

Πετροκόριθο: σταφύλι επιτραπέζιο

Πεύκι: κουρελού

Πηαίνω: πάω

Πικάρω: (ιτ. piccarsi) πειράζω

Πικιώνι: κύπελλο

Πινακωτή: το γινωμένο ζυμάρι το τοποθετούσαν σε ειδικό τετραγωνισμένο ξύλινο κατασκεύασμα πριν το ρίξουν στο φούρνο

Πινιάτα: χάλκινο καζάνι για νερό

Πινομή: για πινομή σου, για το χατίρι σου

Πισάρα: φυτό για σαλάτα και όσπρια

Πιστρό: παρδαλό

Πιτοπούλι: το λειψό ψωμί

Πιτσιλίρω: μου στρίβει, τρελαίνομαι

Ποδολόγος: ένα ύφασμα, στριμμένο κατάλληλα, το τοποθετούσαν στο κεφάλι οι γυναίκες που μετέφεραν βάρη

Ποδόχι: στο λινό μια γούρναπου πέφτει ο μούστος μέσα

Πομποφάνειες: ανόητες επιδείξεις

Πόνσο: (ιτ. polso) σφυγμός

Πόντα : κρύωμα

Ποργιά: η είσοδος

Πορδόμυλος: καυγάς

Πορόκλι: ο φράχτης

Πορταδέλια: χειροποίητος μεντεσές

Πορτόνι: (ιτ. portone) αυλόπορτα

Ποστιάζω: τακτοποιώ πράγματα

Πότα: πότε

Πουλαροδείχνει: νεαρό άτομο που όμως δείχνει μεγαλύτερος

Πουντέλι: στήριγμα

Πούντηνε: που είναι αυτή;

Πούντοσης: που είναι αυτός;

Πουράτζινο: νέο και άτακτο, ναζιάρικο

Πουργαμέντο: (ιτ. purgante) καθαρτικό λάδι

Πουρνελιά: δαμασκηνιά

Πουρνέλι: μικρό

Πουρνέλισε: έμεινε έγκυος πριν χρονίσει

Πράματις: πραγματικά

Πράτιγο: άδεια, πήρε πράτιγο-πήρε άδεια, είναι ελεύθερος

Πρέδα: αγροζημιά, αλλά και ερωτοδουλειές

Πρεμούρα: (ιτ. premura) κυρίως ανησυχία και ενδιαφέρον

Πρικό: πικρό

Προσμπούκι: μια μπουκιά πριν το φαγητό

Πρωτολάτης: ο πρώτος γιος , αλλά κι ο πρώτος καρπός

Πύργια: χωνί

email
Πηγή άρθρου: ΚefaloniaToday Team