Ο Μιχάλης Κωνσταντάτος θέλει τα έργα να του βγάζουν την πίστη

Ο Μιχάλης Κωνσταντάτος

Ο Μιχάλης Κωνσταντάτος

Με τον Μιχάλη Κωνσταντάτο είχαμε μιλήσει πρώτη φορά το 2011, πριν καν ξεκινήσουν τα γυρίσματα του “Luton”. Φυσικά για το “Luton” μιλήσαμε ή μάλλον, με αφορμή αυτό. Έψαχνα να βρω ένα ενδιαφέρον ανερχόμενο πρόσωπο για ένα μικρό θέμα στο Esquire, και άκουγα πολλούς που μίλαγαν με ενθουσιασμό για τις προοπτικές ενός νεαρού σκηνοθέτη που ετοίμαζε το ντεμπούτο του.

Το σενάριο του “Luton” (γραμμένο από τον Μιχάλη Κωνσταντάτο και τον Στέλιο Λυκουρέση) είχε επιλεγεί από τη Cinefondation των Καννών, ένα παράλληλο πρόγραμμα που αναδεικνύει και βοηθάει μελλοντικά πρότζεκτ με διάφορους τρόπους, όπως την επιλογή ορισμένων σεναρίων κάθε χρόνο, τους δημιουργούς των οποίων φέρνει σε επαφή με ανθρώπους της βιομηχανίας. “Είναι η πιο μεγάλη αγορά της Ευρώπης. Και σου δίνει και άτυπα έστω μια σφραγίδα του Φεστιβάλ, αποκτά η ταινία σου μια συγγένεια,” μου είχε εξηγήσει τότε ο Μιχάλης τι σημαίνουν όλα αυτά. Ουσιαστικά ήταν οι Κάννες που έλεγαν, “αυτό που κάνεις μας ενδιαφέρει πολύ, και θέλουμε να το βοηθήσουμε να γίνει πραγματικότητα”. Κι αν το λένε αυτό οι Κάννες, εμείς σίγουρα δε θα πούμε όχι.

Ο τότε 33χρονος σκηνοθέτης είχε προηγουμένως στο ενεργητικό του τρεις ταινίες μικρού μήκους, με συμμετοχή σε δεκάδες διεθνή Φεστιβάλ και βραβεύσεις σε κάποια από αυτά. Ούτε τότε ήθελε να είναι πολλά για το “Luton”, το οποία μου είχε περιγράψει κρυπτικά ως μια ταινία “για την καλυμμένη βία, την βία της ακινησίας”.

Δεν ήξερα τότε τι ακριβώς μπορούσε να σημαίνει αυτό.

Δύο χρόνια και κάτι αργότερα, καθόμαστε στην αυλή του six d.o.g.s., εγώ έχω δει την ταινία και θέλω με μανία να μιλήσω γι’αυτήν, εκείνος ήρεμος γελάει όταν του θυμίζω την παλιά μας συζήτηση. Τώρα φυσικά καταλαβαίνω γιατί δεν ήθελε να αποκαλύψει πολλά για το φιλμ, μια αληθινή βόμβα, μια σκληρή ματιά στην καθημερινή βία της ελληνικής κοινωνίας και το πού αυτή μπορεί να οδηγεί. Συλλογικά, αλλά και σε επίπεδο καθαρά προσωπικό.

Το “Luton” μοιάζει πάρα πολύ με μια ταινία για την κρίση, όχι σε επίπεδο κυριολεκτικό, γιατί δεν έχει κάποια συγκεκριμένη άγκυρα χρόνου ή πλοκής ή γεγονότος. Αλλά απλά μοιάζει επίκαιρη. Σφόδρα. Είναι μια πολύ θαρραλέα ταινία, τόσο θεματικά, όσο και δρομικά. Υπάρχει μια στιγμή όπου ο Κωνσταντάτος μου περιγράφει τη δομή της ταινίας δανειζόμενος μουσικούς όρους, κι εγώ απαντώ περιγράφοντάς την με μαθηματικούς όρους. Λέγαμε το ίδιο πράγμα. Το πείραμα πέτυχε.

Όμως για να φτάσει εδώ, πέρασε από πολλά στάδια.

Ας πούμε δυο λόγια για τα προγράμματα ανάπτυξης σεναρίων. Στο μυαλό μας μπορεί ένας καλλιτέχνης να είναι ο τύπος που ξενυχτάει πάνω από μια γραφομηχανή για μήνες μέχρι να τελειώσει το μοναχικό του έργο, κι ενώ αναμφίβολα υπάρχει κι αυτή η παράμετρος στην εξίσωση, δεν είναι πάντα έτσι. Στα προγράμματα ανάπτυξης, σε βάζουν σε ένα γκρουπ μαζί με άλλους 4 σεναριογράφους και σκηνοθέτες, όπου παραδίδεις ένα πρώτο draft και μετά, μέσα από τρεις συναντήσεις μες στους επόμενους εννιά μήνες. Εκεί συζητάνε όλοι τα drafts των υπολοίπων. “Παίρνεις ένα feedback απίστευτο,” μου εξηγεί ο Κωνσταντάτος. “Και στο ενδιάμεσο γράφεις και βελτιώνεις το δικό σου, και συζητάς και των άλλων.”

Το “Luton” γράφτηκε την άνοιξη του ‘10, επιλέχθηκε στο Cinelink του Σαράγεβο, ένα πρόγραμμα ανάτπυξης σεναρίων, από εκεί πήγε στα Crossroads στη Θεσσαλονίκη, κι από εκεί το πρόσεξαν οι Κάννες και τον προσκάλεσαν.

“Είναι ένα δίκτυο με εν δυνάμει συμπαραγωγούς ουσιαστικά σου δικτυώνουν το πρότζεκτ.” Το Φεστιβάλ διαλέγει 15 τέτοια πρότζεκτ από όλο τον κόσμο, οπότε καταλαβαίνεις πως λόγω της εκλεκτικότητας και μόνο, το κύκλωμα μετά σε έχει υπόψην του. Το “Luton” το έμαθαν, ενδιαφέρθηκαν γι’αυτό, και τώρα αρχίζει τη φεστιβαλική διαδρομή του, έχοντας ανοίξει στο Σαν Σεμπαστιάν και στις ελληνικές αίθουσες από σήμερα.

Όχι κι άσχημα για τον Κωνσταντάτο, με μια γενναία προϋπηρεσία 12ετίας στο χώρο της τηλεόρασης, της διαφήμισης, του βίντεο-κλιπ αλλά και του θεάτρου. Καθώς μιλάμε μάλιστα διαπιστώνω.

“Έβλεπα από μικρός ταινίες κι έλεγα ‘τι είναι αυτό! θέλω κι εγώ να κάνω αυτό το πράγμα’,” θυμάται. “Αλλά οι ταινίες φιλτράρονται μέσα μου, μπορεί να μη θυμάμαι συγκεκριμένες σκηνές καν,” συνεχίζει. Καταλαβαίνω πως τό,τι φτιάχνει τώρα, είναι αποτέλεσμα ευαισθησιών που πηγάζουν όχι μόνο από το σινεμά, αλλά και τη μουσική, τις εικαστικές τέχνες, την κοινωνιολογία, την αρχιτεκτονική και φυσικά τον κόσμο γύρω μας. Το “Luton” ας πούμε είναι πολύ αναγνωρίσιμα ελληνικό, αλλά ταυτόχρονα περιγράφει μια κατάσταση που δεν αφορά μόνο εμάς. “Υπάρχουν κοινά πράγματα που ενδιαφέρουν και άλλους λαούς. Τα ίδια σκατά τρώμε,” λέει αποφασιστικά.

Και πώς την είδαν έξω; “Γεμάτες προβολές, ο κόσμος έκατσε στο Q&A, οι αντιδράσεις ήταν έντονες,” θυμάται. “Γι’αυτό νομίζω πως λειτούργησε η ταινία. Ακόμα και σε αυτούς που δεν άρεσε, την αναγνωρίζουν.“

Bλέποντας το έργο μου συνέβη ένα περίεργο πράγμα. Πρώτα συνειδητοποίησα πως είναι μια ταινία για την οποία θέλω να συζητήσω άμεσα, και μετά καταστάλλαξα στο αν -και πόσο- μου αρέσει. (Ναι και πολύ, αντίστοιχα, αν αναρωτιέσαι.) Είναι συνεπές αυτό με τον τρόπο με τον οποίο δημιουγεί buzz και συζητήσεις, και ακραίες αντιδράσεις.

Μιλάμε με τον Κωνσταντάτο γι’αυτήν αναλυτικά, έχω έρθει με αποστολή. Τον ρωτάω για όλο το φιλμ. Μου εξηγεί το πλαίσιο στο οποίο γράφτηκε η ιστορία, μου εξηγεί πως το βλέπει σε σχέση με τη σημερινή κοινωνία, καθόμαστε και αναλύουμε όλη την τρίτη πράξη και τη σημειολογία της τελευταίας σκηνής. Όχι φυσικά αυτό για την τελευταία σκηνή ή για την τρίτη πράξη. Αυτά θα πρέπει να καθυστερήσουν ακόμα.)

Συνεπέστατο όμως, το πώς ο συγκεκριμένος άνθρωπος γύρισε ένα τέτοιο έργο. “Μου αρέσουν πάρα πολύ αυτές οι ταινίες που όταν τις βλέπω δε με ενδιαφέρει να πω αν μ’αρέσει ή δε μ’αρέσει, αλλά με ενδιαφέρει να μιλήσω γι’αυτές, να πάρω τον φίλο μου να του πω να τη δει για να τη συζητήσουμε,” μου εξηγεί με τον ενθουσιασμό έκδηλο στο βλέμμα και τις κινήσεις του.

“Ακόμα και με τη μουσική είναι το ίδιο για μένα.” Κι αυτό συνεπές. “Θέλω να μιλάω με φίλους για ένα άλμπουμ, να μου βγει η πίστη να το καταλάβω, να το ακούω χίλιες φορές.“ Ας πούμε;

“Ο δίσκος των Knife!” Δίκαιο που είναι το άλμπουμ για το οποίο έχουν στηθεί οι εντονότερες μουσικομαχίες του 2013 ως τώρα. “Χάρηκα τόσο πολύ που τον άκουσα. Είπα στον εαυτό μου πως θα μείνω σπίτι, πως θα έχω στόχο να ακούσω αυτό το δίσκο.”

Όχι πως οτιδήποτε δύσκολο είναι καλά και ντε καλλιτεχνικά προκλητικό. “Μπαίνεις σε αυτή τη διαδικασία όταν ξέρεις αν υπάρχει κάτι εκεί μέσα,” διαχωρίζει. “Το νιώθεις αν κάτι αξίζει να το ακούσεις, το νιώθεις αν για κάτι αξίζει να κάνεις την προσπάθεια.”

Καταλαβαίνω τι εννοεί. Έτσι ένιωσα βλέποντας το “Luton”.

Μου λέει πως έχουν, με τον Λυκουρέση ξανά, σχεδόν τελειωμένο το σενάριο της επόμενης ταινίας, που ετοιμάζεται να ταξιδέψει στο Τορίνο για ένα screen lab. Και μετά ανάπτυξη σεναρίου. Και μετά εκ νέου δικτύωση του πρότζεκτ. Και μετά συναντήσεις για χρηματοδότες. Όλα αυτά ακούγονται γνώριμα; “Είμαι έτοιμος να το τραβήξω!” λέει ενθουσιασμένος. “Μόλις βρούμε λεφτά θα πάμε να το κάνουμε.”

Κάτι μου λέει πως σε 2 χρόνια θα τον αναζητούμε ξανά.

email
Πηγή άρθρου: oneman.gr