Όταν κάτι πραγματικά αξίζει – Ποια είναι η DUSK;

DUSK

DUSK

Δεν ξέρω πόσοι από εσάς είχατε την τύχη να δείτε ένα αστέρι να γεννιέται μπροστά σας, αλλά εγώ δηλώνω πως έχω γίνει μάρτυρας σε 3-4 από αυτά. Τούτο σας λέω μόνο: δεν είναι σύνηθες φαινόμενο και η λάμψη του είναι το πιο όμορφο πράγμα του κόσμου. Εντάξει, ίσως οι φίλοι που ασχολούνται με την αστρονομία με κατηγορήσουν ότι είμαι βλάσφημος, που τολμώ να παραλληλίζω την αιθέρια φωνή μιας τραγουδοποιού με ένα κοσμικό φαινόμενο 80 χιλιάδες έτη φωτός μακριά, αλλά sorry ρε μάγκες, είμαι ένα τζάνκι της μουσικής, τι περιμένατε από μένα δηλαδή;

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Αυτό που θέλω να κάνω σήμερα είναι να σας συστήσω την Dusk, μια κοπέλα από την Αθήνα που ασχολείται με την μουσική επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Ανήκει στην σπάνια ράτσα ανθρώπων που αναπνέουν νότες. Για να την βάλω σε μια ακόμα πιο σπάνια κατηγορία, έχει ένα ταλέντο να γράφει μουσικές που αγγίζουν κάθε καρδιά.

Δεν μου συμβαίνει συχνά να με κερδίζει κάποιο άγνωστο τραγούδι από την πρώτη στιγμή. Θέλω τις επαναλήψεις μου, πώς να το κάνουμε. Και όμως, στην εμφάνιση της Dusk την Άνοιξη στο Block 33 (ανοίγοντας για τον Papecut), μου έπεσε το σαγόνι από το πρώτο τραγούδι που ερμήνευσε. Ακουστικές εκτελέσεις, κιθάρα, βιολί και φωνή. Στην απλότητα ξεχωρίζει η δύναμη μιας σύνθεσης.

Ήρθε λοιπόν η ώρα να την γνωρίσετε και εσείς. Για την ώρα έχει κυκλοφορήσει μόνο ένα ψηφιακό σινγκλ (What are the Chances), όμως ο δίσκος της δεν αργεί. Την συνέντευξη αυτή θα ακολουθήσει και μια ακόμη, με μια ακόμα πιο διεισδυτική ματιά, όταν κυκλοφορήσει το ντεμπούτο άλμπουμ της, όπου θα γνωρίζουμε περισσότερα τραγούδια της.

Αλέξανδρος Προδρόμου: Γέννημα θρέμμα Πετρούπολης; Έχεις ζήσει καθόλου εκτός Αττικής;

Dusk: Αν εξαιρέσεις τα 3 πρώτα χρόνια που έμενα στη Κυψέλη, είμαι «γέννημα θρέμμα δυτικής Αττικής» όπως λέει κ ο Μαζώ (χαμόγελο). Η μητέρα μου είναι Βρετανίδα, επισκεπτόμουν συχνά την Αγγλία αλλά πότε δεν έμεινα μόνιμα.

Α.Π.: Μουσικές σπουδές ή αυτοδίδακτη;

D.: Μάθαινα Κρητική λύρα μικρή αλλά στην κιθάρα είμαι αυτοδίδακτη 100%.

Α.Π.: Πώς και πότε έγραψες το πρώτο κομμάτι και τι σε ώθησε να το κάνεις;

D.: Ήταν μια έναστρη ζεστή βραδιά καλοκαιριού σε μια παραλία, είχα φορτιστεί πολύ… Άρχισα να παίζω και να τραγουδάω ταυτόχρονα και τσουπ… βγήκε! Αυτό το 2006. Στίχους έγραφα από μικρή ή δημιουργούσα/τραγουδούσα πάνω στην μελωδική γραμμή φίλων που έπαιζαν μουσική.

Α.Π.: Σπούδασες κάτι και δουλεύεις στο πεδίο αυτό ή μήπως έχεις αποφασίσει από παλιά ότι θα βιοπορίζεσαι με κάποιο τρόπο που θα σχετίζεται με την μουσική;

D.: Σπούδασα στο Φ.Π.Ψ. της Φιλοσοφικής αλλά πιο πολύ επειδή λάτρευα την ψυχολογία και την φιλοσοφία παρά για να ασχοληθώ επαγγελματικά με κάποια από τις ειδικότητες της σχολής. Δεν ήξερα αν θα μπορούσα ποτέ να βιοποριστώ από την μουσική αλλά ήθελα να κάνω τουλάχιστον μια δουλειά που να μου δίνει τις ώρες και τον τρόπο ώστε να ασχολούμαι με εκείνη παράλληλα.

Α.Π.: Πώς προέκυψε το συμβόλαιο με την Sound of Everything;

D.: Το συμβόλαιο προέκυψε από μια σειρά συμπτώσεων ή ένα δώρο της καλής μου τύχης! Με πρωτοάκουσε ο Απόστολος Βαρνάς, παραγωγός στον Offradio, ο οποίος με την σειρά του με πρότεινε στην Υρώ Ανδρέου, που είναι promoter/manager και έγινε πολύ καλή μου φίλη στην συνέχεια. Η Υρώ πίστεψε σε μένα και με την σειρά της με έφερε σε επαφή με τον Γιάννη Ηλιόπουλο της Sound of Everything και… η «συνέχεια στις οθόνες» σας!

Α.Π.: Σου αρέσει η Sheryl Crow; Άσχετο, το ξέρω, αλλά ο τρόπος που ερμηνεύεις μου θυμίζει την περίοδο του άλμπουμ της “Wildflower”.

D.: Δεν άκουγα ποτέ φανατικά αλλά είναι πολύ καλή σίγουρα!

Α.Π.: Έχεις απάντηση αν σε ρωτήσω «προς τι όλη αυτή η μελαγχολία;» ή να μη χώνομαι εκεί που δε με σπέρνουν;

D.: Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω αν οι λόγοι είναι γενετικοί, επίκτητοι ή μείγμα!

Α.Π.: Τυπική ερώτηση: από άποψη μουσικών επιλογών και ακουσμάτων, μπορείς να μου κάνεις μια σύγκριση του 16χρονου εαυτού σου με την 26χρονη εκδοχή στην οποία εξελίχθηκες;

D.: Σίγουρα άλλαξε λίγο ο τρόπος που «ταξινομώ» τη μουσική, ειδικά από τότε που άρχισα να γράφω. Επίσης ήμουν πιο εγκλωβισμένη σε συγκεκριμένες μπάντες και είδη, αλλά υπήρξα πολύ τυχερή γιατί μεγάλωσα με μουσικές από διάφορα μέρη του κόσμου (δώρο του πατέρα μου) όποτε αυτό έμελλε μεγαλώνοντας να με «συναντήσει», και, με την βοήθεια του internet να αρχίσω να «βουτάω» σε διάφορες μουσικές. Άρχισα να ακούω και πιο εγκεφαλικά πράγματα. Σίγουρα, όμως, μια ρομαντική μελαγχολική νότα και ο σημαντικός ρόλος και η λατρεία για την μουσική είναι κοινοί παρονομαστές του τότε και του τώρα. 

Α.Π.: Θες να τολμήσεις μια ταμπελοποίηση της μουσικής σου; Όσο σύνθετη γουστάρεις!

D.: Ταμπέλα δεν έχω… Είναι καθαρή έκφραση ψυχής… Μα και αυτή όπως όλων μας είναι πολύυυ σύνθετη!

Α.Π.: Πέντε συγκροτήματα/καλλιτέχνες που θεωρείς ότι σε διαμόρφωσαν μουσικά, ακόμα και αν δεν είναι ευδιάκριτη η επιρροή τους για κάποιον που ακούει πρώτη φορά τα τραγούδια σου.

D.: Δεν έχω κάτσει ποτέ συνειδητά να γράψω με βάση κάποια δημιουργία ή ήχο, αλλά σίγουρα το υποσυνείδητο «καταγράφει» και επηρεάζεται. Καλλιτέχνες που με έχουν σημαδέψει μέσα στα χρόνια είναι π.χ. ο Γιάννης Μαρκόπουλος και οι Dead Can Dance (σε παιδική ηλικία), οι Radiohead, o Jose Gonzalez, o Σωκράτης Μάλαμας και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, οι Beirut

Α.Π.: Πώς «γεννάς» τα τραγούδια σου; Είναι εύκολο; Έρχονται πρώτα τα λόγια ή η μουσική; Έχεις συνεργαστεί ποτέ με άλλους για να γράψεις κάτι; Νομίζεις πως θα σε δυσκόλευε ή θα σε βοηθούσε μια συνθετική συνεργασία;

D.: Σε πλειοψηφία είναι περισσότερα τα κομμάτια όπου προηγείται η μουσική των στίχων, αλλά πολλές φορές έχει συμβεί να τα γράφω ταυτόχρονα. Είναι πολύ όμορφο απλά να πιάνεις την κιθάρα, να βγαίνουν λέξεις και μελωδίες, και αβίαστα μαζί με αυτές να ξεχύνεται η ψυχή σου. Έτσι έγινε και με το “What are the chances”.

Α.Π.: Γιατί Dusk; Μεταξύ μας, το βρήκα αρκετά ειρωνικό , αφού σε λένε Αυγή και μου θύμισε το φιλμ “From dusk till dawn”!

D.: Dusk, όντως σε αντιπαράθεση με το Αυγή, αλλά πιο πολύ σαν λογοπαίγνιο παρά σαν ειρωνεία. Αντιπροσωπεύει την πιο κλειστή και «σκοτεινή», ίσως, πλευρά μου, που αποτυπώνεται συνήθως στη μουσική που γράφω. ‘Ηταν έμπνευση του πολυαγαπημένου μου GADfather, όπως τον αποκαλώ, Κώστα Αντωνιάδη, τραγουδιστή των Gad.

Η Dusk

Α.Π.: Πότε έπαιξες μπροστά σε άγνωστο κοινό για πρώτη φορά; Τι θυμάσαι έντονα από εκείνη την μέρα/νύχτα; Οι συνθήκες, πώς προέκυψε, με ποιους εμφανίστηκες;

D.: Σε ένα μαγαζί στον Πειραιά το 2004 με 2 φίλους. Δεν θυμάμαι πως προέκυψε… Είχαμε «κολλήσει» μουσικά με τα παιδιά και κανονίστηκε να παίξουμε. Δεν έπαιζα δικά μου κομμάτια τότε, διασκευές… Αλλά θυμάμαι να νιώθω την ζωή μου να αποκτά εκείνη την στιγμή νόημα και αξία. Ευτυχία με λίγα λόγια…

Α.Π.: Ξέρουμε ότι τις περισσότερες φορές η έμπνευση μπορεί να πηγάσει από οπουδήποτε, από μια διαλυμένη ερωτική σχέση μέχρι μια αγαπημένη ταινία ή την αλάνα που έπαιζες σαν παιδί. Αυτό ισχύει με σένα; Και αν ναι, τότε ακολουθείς κάποια διαδικασία φιλτραρίσματος/αυτολογοκρισίας αυτών των ερεθισμάτων ή γράφεις απλά όσα σου χαρίζει η μούσα;

D.: Γενικά σε πρώτη φάση καταγράφω μουσική και στίχους όπως ακριβώς μου τους «χαρίζει» η έμπνευση. Οι προβληματισμοί, τα συναισθήματα και οι εμπειρίες δεν είναι απλά η αφορμή αλλά και ο ίδιος ο λόγος που γράφω. Σίγουρα σε μια δεύτερη φάση επεξεργάζομαι το τραγούδι… Ξέρεις, για να λειάνω λίγο τις γωνίες και ίσως να προσθέσω κάτι που έχει βγει σε επαναληπτική «ανάγνωση». 

Α.Π.: Αν σου έδινα ένα μαγικό «access all areas» πάσο που θα σε πήγαινε σε οποιαδήποτε συναυλία οποιαδήποτε εποχής (μαγικό λέμε!), ποια θα ήταν η πρώτη σου επιλογή; Η δεύτερη;

D.: Δεν θυμάμαι τώρα να τις ονομάσω αλλά αφού είναι μαγικό το πάσο… Θα ήθελα να ήμουν σε μια συναυλία P.J. Harvey – Cure – Radiohead και… φαντάζομαι να ζούσα λίγο από την μαγεία τουWoodstock!

Α.Π.: Υποθετική ερώτηση δεύτερη: αν σου πω ότι έχω την δυνατότητα να σε στείλω στο στούντιο οποιουδήποτε καλλιτέχνη/γκρουπ αυτή την στιγμή για να ηχογραφήσετε ένα ντουέτο, ποια θα ήταν η επιλογή σου, αν ήταν όνομα του εξωτερικού; Και ποια αν έπρεπε να είναι ένα όνομα της ελληνικής σκηνής;

D.: Tough choice… αλλά νομίζω ότι θα ήταν οι Beirut γιατί νιώθω ότι μου ταιριάζει η μουσική τους περισσότερο (φυσικά ένα ντουέτο με τον Thom ή την Polly-Jean δεν θα ήταν καθόλου unwelcome!). Όσο αναφορά την ελληνική σκηνή ένα κομμάτι του Θανάση Παπακωνσταντίνου τραγουδισμένο μαζί με τονΓιάννη Χαρούλη θα ήταν ονειρικό!

Συνέντευξη στο Αλέξανδρο Προδρόμου στην ιστοσελίδα fridge.gr

email