Kεφαλονιά – Εκλογές: ΚΟΡΝΙΖΕΣ ΚΑΙ ΚΟΥΑΔΡΑ

Στου «ΚΑΛΙΚΡΑΤΗ» τα γραφτά είμαστε μπερδεμένοι

και στου σεισμού τα ρήγματα μοιάζουμε εγκλωβισμένοι.

Τελιώσανε τα τρόφιμα, παπλώματα και πάνες,

σαπούνια, μοσχοσάπουνα κι αρχίσαν οι κοπάνες.

 

Γι αυτό και μέχρι τσ’ εκλογές, στολίζουν το μουσείο,

με πίνακες πανάκριβους, μη σας φανεί αστείο.

Πρώτος και μεγαλύτερος, να δείχνει τον ΠΑΡΙΣΗ

μέσα στο “άσπρο του παλτό”, ολόρτος πα’ στη βρύση.

 

Στο ένα χέρι του κρατά μια ντόπια πουλακίδα,

στο άλλο χαμογελαστός, κρατάει την «ΕΛΠΙΔΑ».

Με φόντο το δημοτικό, να βλέπεις το ΒΑΓΓΕΛΗ,

μ’ αγριεμένη τη ματιά, σαν Κρητικό κοπέλι.

 

Στο ‘να του χέρι να κρατά καινούριο ραμπαούνι

και στ’ άλλο, να κρατά ψηλά, ένα χοντρό μπαστούνι.

Σε άλλον, με χαμόγελο, να βλέπεις το ΒΑΣΙΛΗ,

με ανοιχτή την αγκαλιά να στέκεται στην πύλη.

 

«ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ», πίσωθε να γράφει η μακέτα,

«ενεργειών μου» μια μικρή, επίχρυση πλακέτα.

Κομμάτι ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ να θέλει απ’ την πίτα

και ν’ αγκαλιάζει και τσ’ εννιά νταλίκες τ’ Άλφα-Βήτα.

 

Μία μεγάλη ζωγραφιά να δείχνει τον ΚΟΚΚΟΣΗ,

μια τσάντα με ζυμαρικά σε κάποιον να τη δώσει.

Άλλος πιο δίπλα πίνακας έδειχνε το ΜΑΤΙΑΤΟ,

σερβίρει τσου περαστικούς, φασούλια μες το πιάτο.

 

Πορτρέτο το συμβούλιο κι ο λόγος στον Παρίση,

αν θα το δεις με προσοχή διακρίνεις τον ΔΙΟΝΥΣΗ.

Σ’ ένα ακόμα βρίσκεται λιγάκι πάρα κάτω,

αγκαλιασμένος στέκεται μαζί, με το Μαρκάτο.

 

Πιο κάτω, μόλις φαίνεται, Θέ μου, τόση λατρεία!

Μαρούλης, Αραβαντινός, Μαρκάτος, επί τρία.

Κορνίζα ολοκαίνουργια έχει ο ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ,

καπέλο, σορτς, αθλητικά, πάει κι αυτός τρεχάτος.

κλαριά «ΕΛΙΑΣ» ερίχνανε στο γρήγορο το Μάκο

μα ‘κείνος τα προσπέρναγε, ήταν γεμάτα δάκο.

 

Μέσα στον τόσο σαματά, να και ο ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ,

έβαλε άλλη φορεσιά, είναι και διπλωμάτης.

Χαλάλι και  το ψάρεμα κι οι βόλτες κι ο καφές του

και πάλι ξαναγύρισε να βρει τις επαφές του.

 

Χέρι απλώνει κι ακουμπά απάνω στο Βασίλη

κι εκείνος του εκούνησε πρασινομπλέ μαντήλι.

Μια κι έβρισκε πόρτα κλειστή από τον Κοντογούρη,

το ΝΕΣΤΩΡΑ προξενητή έστειλε, για το γούρι.

 

Σε μια κορνίζα σκαλιστή, να κάθεται μονάχος,

να ψάχνει τον ορίζοντα, ο ΠΑΝΑΓΗΣ ο ΒΛΑΧΟΣ.

Τον τελευταίο τον καιρό έκανε «ΣΥΜΦΩΝΙΑ»

μα ψάχνει άλλο προξενιό, του έκανε ανία.

 

Μια μέρα συναντήθηκαν Βασίλης και Αλέκος, (Π)

έλεγε ο ένας τ’ αλλουνού: –Το βράδυ θα σε σέκος,

θα δεις τ’ αποτελέσματα και δε θα το πιστεύεις

και τη καρέκλα που ζητάς, αλάργα θ’ αγναντεύεις.

 

Εάν επρόσεξα καλά, κάπως χειρονομούσαν

κι ο ένας απ’ τον άλλονε εξήγηση ζητούσαν.

Και ο Αλέκος, του ‘δηξε, νομίζω εν κινήσει,

το δάχτυλο του δέσποτα, που πάει να ευλογήσει.

 

Τρίβει ο Βασίλης έκπληκτος τα δυο ματόφρυδα του,

αγκάλιασε και έσφιξε τα μοσκοκάρυδα του.

Οι τοίχοι όλοι γέμισαν κορνίζες και κουάδρα,

παλοί και νέοι στέκονται όλοι τους στην αράδα

 

Όταν θα πας και συ εκεί, διάλεξε ‘να κουάδρο

και άμα κάλπικο σου βγει, ρίξε το μες το κάδο.

Να ευχηθώ στην Παλική, δήμος να γίνει πάλι

και ας μη μείνει κανενός μια τρίχα στο κεφάλι.

 

Σ’ όλους εσάς σας εύχομαι να χετε καλό ψήφο

και σ’ όλους τσου υποψήφιους να μοιάζετε με γρίφο.

Με δίχως αμφισβήτηση είν’ όλοι πατριώτες

μα πιο καλά να εκλεγούν μονάχα Ληξουριώτες.

ΒΑΣΙΛΗΣ   ΜΑΛΛΙΩΡΗΣ

email