Το ποίημα του ΑΦΟΒΟΥ Κεφαλονίτη

Κεφαλλονίτης από το χωριό που λένε Δειλινατα,
τον φόβο δεν λογάριαζε από τα εφηβικά του νιάτα.
Όλη του την ζωή γενναίος μεγάλο παλικάρι,
τολμηρός, ατρόμητος με μια καρδιά Λιοντάρι.

Στην Νέα Υόρκη αποδήμησε νεαρός,
ένας πολίτης έγινε χρήσιμος, σεβαστός.
Μυαλό σαν ένα ξυράφι κοφτερό,
χιούμορ και καλαμπούρι ένα σωρό.

Μέλος στην κοινότητα και στην εκκλησία,
βλάσφημος…όμως την Κυριακή πρώτος στην λειτουργία.
Μια μέρα γιορτινή πριν της δοξολογίας,
η Αγία τριάδα γέμισε πιστούς ορθοδοξίας.

Εκεί που περίμεναν τον παπά να έρθει,
ενσαρκωμένο βλέπουν τον Σατανά εμπρός να στέκει.
Έντρομο το πλήθος το έβαλε στα πόδια και σκορπίστηκε,
μόνο ο Κεφαλλονίτης απ’το στασίδι, ούτε κουνήθηκε.

Λέει ο Διάβολος το δάκτυλο μου να κουνήσω διαλύθηκες,
ποιος είσαι εσύ που με αγνόησες και δεν φοβήθηκες.
Απαντά ο Κεφαλλονίτης, Σατανά γιε του αρχιδιαβόλου,
γέρασες φουκαρά και δεν θυμάσαι διόλου.

Ορέ..Είμαι εφκειός που εξήντα χρονιά τώρα,
παντρεύτηκα μια κόρη σου την σιόρα Εωσφόρα.
Άφωνος μένει ο Δαίμονας, βάζει την ουρά στα σκέλια,
και του Διαβόλου ο γαμπρός έσκασε στα γέλια !!!!!!

email