Τελ Αβιβ: Ανατολικός- δυτικός άνεμος

Μια πόλη γεμάτη εναλλαγές, το Τελ Αβίβ, άλλοτε θυμίζει κάποια εξωτική χώρα της Μέσης Ανατολής και άλλοτε πάλι το Σόχο του Μανχάταν.

Το 2009 γιορτάσε τα εκατό του χρόνια και υποδέχεται τον ταξιδιώτη με μια αίσθηση οικεία και χαλαρωτική

Zαλισμένος από τον μεσημεριανό ήλιο και τη ρυθμική, νανουριστική κίνηση του τρένου, ανοίγεις τα μάτια σου και ρίχνεις μια ματιά έξω απ’ το παράθυρο. Επιστρέφοντας στο Τελ Αβίβ από τη Χάιφα, το τρένο κάνει στάση στο σταθμό του πανεπιστημίου της πόλης.

Χαζεύεις την πυκνή κίνηση στις αποβάθρες, αλλά πολύ γρήγορα το βλέμμα σου κεντρίζει μια όμορφη κοπέλα, καθισμένη σ’ ένα παγκάκι. Δεν πρέπει να είναι πάνω από είκοσι. Κρατάει ένα κυπελλάκι και με όλη τη θηλυκότητα του κόσμου απολαμβάνει αμέριμνη το παγωτό της με πλαστικό κουταλάκι.

Είναι ξανθιά με γαλανά μάτια – θυμίζει εκείνη την Αμερικανίδα ηθοποιό, τη Βιρτζίνια Μάντσεν, που έπαιζε στο ερωτικό «Καυτά σημεία» και στο τρυφερό «Πλαγίως». Σκέφτεσαι ότι οι Πολωνοί ή Ρώσοι ή Ουκρανοί παππούδες της θα ήταν από εκείνους τους αστούς, κοσμικούς, κοσμοπολίτες Ασκεναζίμ Εβραίους που γλίτωσαν από τον Χίτλερ λίγο πριν από τη Νύχτα των Κρυστάλλων ή επιβίωσαν μετά την αξημέρωτη νύχτα των στρατοπέδων.

Το Ισραήλ έγινε το καταφύγιό τους – και πατρίδα του κοριτσιού που παρατηρείς σαγηνευμένος.

Στο πλάι της, πάνω στο παγκάκι, έχει έναν πολύχρωμο σάκο. Κοριτσίστικο. Στην αγκαλιά της, έχοντας περασμένη τη ζωστήρα από το λαιμό της, αναπαύεται ένα επιβλητικό Μ-16, το ατομικό τυφέκιο που δόξαζαν με τα αυτοσχέδια τραγουδάκια τους οι Αμερικανοί στρατιώτες στο Βιετνάμ.

Πάνω στο όπλο, με κολλητική ταινία, διακρίνεις δύο γεμιστήρες.

Στο στόμιό τους, οι σφαίρες αστράφτουν κάτω απ’ τον δυνατό ήλιο. Εχει τα πόδια της σταυρωμένα. Τα χακί πόδια της, που καταλήγουν στα μαύρα στρατιωτικά άρβυλα.

Φανταζόσουν ότι θα έβλεπες κάτι τέτοιο όταν, πριν από μερικές ημέρες, ετοιμαζόσουν για το πρώτο σου ταξίδι στο Τελ Αβίβ; Μαύρη νύχτα έκανες τσεκ ιν στο «Ελ. Βενιζέλος», μαύρη νύχτα έφτασες στο αεροδρόμιο «Μπεν Γκουριόν». Οι Ολυμπιακές Αερογραμμές σε πάνε στο Τελ Αβίβ λες και είναι πτήση τσάρτερ – αλλά μάλλον εδώ ταιριάζει ο παρατατικός, καθώς οι Ολυμπιακές Αερογραμμές αποτελούν στην ουσία παρελθόν. Το συγκεκριμένο δρομολόγιο όμως παραμένει.

Μέσα στο αεροπλάνο, πάντως, άγρυπνος και κουρασμένος, δεν σκέφτεσαι το θλιβερό τέλος της πάλαι ποτέ Ολυμπιακής Αεροπορίας, αλλά ανυπομονείς για την άφιξη. Το ταξίδι διαρκεί απρόσμενα λίγο: δύο ώρες παρά ένα τέταρτο.

Ετσι, κατά τις πεντέμισι το πρωί φτάνεις στην καρδιά της πόλης, στο Εμπορικό Κέντρο Ντίζενχοφ, και ξενυχτισμένος καθώς είσαι αδημονείς για το κρατημένο δωμάτιο στο Οτέλ Σέντερ – οποία δυσάρεστη έκπληξη όμως: έχει γίνει λάθος και το δωμάτιο είναι κρατημένο από τις δώδεκα και μετά. Η ώρα είναι έξι το πρωί και έξω χαράζει. Ο ξενοδόχος δεν μπορεί προς το παρόν να κάνει πολλά για να σε βοηθήσει.

Παίρνεις τους δρόμους· για την ακρίβεια, αρχίζεις να σουλατσάρεις σε έναν από τους κεντρικότερους δρόμους, την Ντίζενχοφ.

πεζόδρομος στο Τελ Αβιβ

πεζόδρομος στο Τελ Αβιβ.(Πηγή φώτο:ruthiespiero.blogspot.com)

Περνώντας από την πλατεία με τα παγκάκια, αντικρίζεις για πρώτη φορά τους στρατιώτες και τις στρατιωτίνες. Κληρωτοί και κληρωτές που επιστρέφουν στα σπίτια τους ή στις μονάδες τους.

Οι μάχιμοι/μάχιμες παίρνουν τον ατομικό οπλισμό σπίτι. Οπως θα πληροφορηθείς αργότερα, στο Ισραήλ οι μάχιμοι κληρωτοί όχι μόνο χρεώνονται το όπλο, αλλά το παίρνουν και σπίτι τους, αρκεί το όπλο να προστατεύεται από τρεις κλειδαριές: κλειδωμένη εξώπορτα σπιτιού, κλειδωμένη πόρτα δωματίου, κλειδωμένο μπαούλο ή ντουλάπι όπου αποθηκεύεται το όπλο κατά τη διάρκεια της άδειας.

Σε όσους έλεγες ότι θα πήγαινες στο Τελ Αβίβ, αντίκριζες βλέμματα ανησυχίας, ακόμα και φόβου, λες και πήγαινες στο βομβαρδισμένο Ιράκ ή στο ξεσηκωμένο Ιράν. Μόνο όσοι είχαν πάει σου έσκαγαν ένα τεράστιο χαμόγελο και σε διαβεβαίωναν ότι θα περάσεις «τέλεια».

Εκείνο το πρώτο πρωινό, με μάτια κόκκινα και μυαλό θολό, πέφτεις πάνω σε ένα καφέ επί της Ντίζενχοφ, ο διάκοσμος του οποίου σου θυμίζει αντίστοιχα καφέ του νεοϋορκέζικου Βίλατζ: τραπεζάκια έξω, νεανικό προσωπικό που μιλάει αγγλικά με μια σχεδόν αμερικανική προφορά, εξυπηρέτηση με χαμόγελο και χωρίς φτιασιδωμένες ευγένειες.

Η σερβιτόρα είναι μια όμορφη μελαχρινή με μακριά μαλλιά και το πλούσιο πρωινό που σου σερβίρει περιλαμβάνει μεσογειακή σαλάτα – σχεδόν ό,τι πιάτο παραγγείλεις στο Τελ Αβίβ θα έρθει με φρέσκα και κατά κανόνα εύγευστα λαχανικά.

Καθημερινή εικόνα, λοιπόν, αυτή των διερχόμενων στρατεύσιμων, όμως δεν είναι η κυρίαρχη αίσθηση όταν περπατάς στο Τελ Αβίβ.

Αφαντοι είναι επίσης οι χασιδιστές, Ορθόδοξοι Εβραίοι: μετά το αεροδρόμιο είναι λες και κρύφτηκαν (μπορείτε, αν θέλετε, να τους αναζητήσετε στην Ιερουσαλήμ και κυρίως στη συνοικία Μέα Σεαρίμ, που μοιάζει να είναι από άλλον αιώνα).

Οχι. Η αίσθηση που σου δίνει το Τελ Αβίβ, το οποίο φέτος γιόρτασε τα εκατό του χρόνια, είναι αυτή μιας ιδιαίτερα οικείας, easy going ατμόσφαιρας. Μερικές φορές νομίζεις ότι θα μπορούσες να είσαι στην Αθήνα, άλλες πάλι στο Σόχο του Μανχάταν και άλλες σε κάποια εξωτική χώρα της Μέσης Ανατολής.

Στο Τελ Αβίβ απολαμβάνεις τη μεσογειακή αύρα, τον εξωτισμό της Ανατολής, την αστική κουλτούρα που έφεραν μαζί τους οι καλλιεργημένοι, κοσμικοί Εβραίοι της κεντρικής Ευρώπης, τη θάλασσα, τα γεμάτα κόσμο τραπεζάκια στα πεζοδρόμια – εκτός απ’ το ότι, μόλις ακούνε ότι είσαι Ελληνας, σου σκάνε το πιο γλυκό χαμόγελο του κόσμου.

Μάλιστα, κάθε τόσο ακούγονται ελληνικά τραγούδια – κάτι που, στην περίπτωσή σου, δεν είναι ό,τι καλύτερο, η αίσθηση όμως είναι ευχάριστη, οικεία, ζεστή.

Κι όμως, όχι πολύ μακριά (το Ισραήλ είναι μικρή χώρα) υπενθυμίζεις στον εαυτό σου πως υπάρχει η Γάζα, η Δυτική Οχθη, ότι, όχι πολλά χρόνια πριν, ένας βομβιστής αυτοκτονίας στο Εμπορικό Κέντρο Ντίζενχοφ προκάλεσε ένα φοβερό μακελειό.

Στις εισόδους των σταθμών του τρένου ή των λεωφορείων, όπως επίσης στις εισόδους μεγάλων εμπορικών κέντρων, περνάς από έναν αναπόφευκτο έλεγχο. Ωστόσο, δύσκολα μπορεί να σου χαλάσει η διάθεση στο Τελ Αβίβ: αυτή η διαρκής άνοιξη στους δρόμους και στα πρόσωπα που συναντάς είναι ένα σπάνιο δώρο.

Το Τελ Αβίβ περπατιέται, σχεδόν απ’ άκρη σ’ άκρη.

Tελ Αβιβ

Το Tελ Αβιβ το βράδυ θυμίζει Νέα Υόρκη.(Πηγή φώτο:israelity.com)

Οπως και να ‘χει, η κεντρική, στρογγυλή πλατεία του Ντίζενχοφ είναι ένα εξαιρετικό ορμητήριο για εξορμήσεις στην υπόλοιπη πόλη. Παίρνοντας τη μεγάλη λεωφόρο Ντίζενχοφ, ακολουθείς πορεία προς βορρά κι αν φτάσεις στο τέρμα της, θα βρεθείς στο λιμάνι του Τελ Αβίβ.

Μια ενδιαφέρουσα ιστορία συνοδεύει το λιμάνι της πόλης: αφού ίδρυσαν οι πρώτοι έποικοι την πόλη το 1909, πολύ γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι χρειάζονται ένα λιμάνι. Οι Ευρωπαίοι Εβραίοι που είχαν έρθει στη νέα αυτή πόλη ήταν κυρίως άνθρωποι των γραμμάτων, των επιστημών, της σκέψης. Ελειπαν οι χειρώνακτες.

Τους αναζήτησαν λοιπόν και τους βρήκαν – πού; Στη Θεσσαλονίκη. Οι Ελληνες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, εργάτες στο λιμάνι της πόλης, ανέλαβαν να χτίσουν το πρώτο λιμάνι του Τελ Αβίβ. Πολύ σύντομα μάλιστα δημιουργήθηκε και συνοικία των Ελλήνων Εβραίων στα νότια της πόλης.

Πρόκειται για τη συνοικία Φλορεντίν (υπάρχει και ομώνυμη οδός), η οποία, αφού διασκορπίστηκαν με τα χρόνια οι Θεσσαλονικείς Εβραίοι σε διάφορα σημεία του Ισραήλ, στα κατοπινά χρόνια μετατράπηκε σε γειτονιά καλλιτεχνών και διανοουμένων. Εχει χάσει κάπως την αίγλη της σήμερα, διατηρεί όμως ακόμα αυτόν το χαρακτήρα, έχει ωραία μπαράκια και καφέ, θυμίζει (λέμε τώρα…) Εξάρχεια (χωρίς τους αναρχοαυτόνομους όμως).

Από το Βορρά πετάχτηκες όμως κατευθείαν στο Νότο. Η αλήθεια είναι πως δεν είναι και τόσο δύσκολο: το Τελ Αβίβ είναι μικρή πόλη, αλλά αυτό είναι ένα από τα πλεονεκτήματά της. Αισθάνεσαι παντού αυτό το μάζεμα, ένα διαρκές αίσθημα κέντρου σε μια πόλη στην οποία νιώθεις ότι όλα εκεί συμβαίνουν.

Το πιστοποιούν και διάφοροι Ισραηλινοί καλλιτέχνες που γνώρισες, όπως ο μουσικός Ιντάν Ραϊχέλ και η εικαστικός Σιγκαλίτ Λαντάου.

Το Τελ Αβίβ είναι η βάση τους, το κέντρο της έμπνευσής τους, από εκεί όμως ξεκινούν για να «κατακτήσουν» τον υπόλοιπο κόσμο. Και δεν τα έχουν πάει άσχημα: ο Ραϊχέλ έχει πουλήσει εκατομμύρια άλμπουμ, έχει δώσει συναυλίες από το Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης μέχρι το Σίδνεϊ, ενώ τη Λαντάου την ανακάλυψες πριν από ένα χρόνο σε μια έκθεση στο ΜΟΜΑ της Νέας Υόρκης. Αυτή η κοσμοπολίτικη, διεθνής αύρα είναι έκδηλη σε όλα σχεδόν τα πρόσωπα που συναντάς στο Ισραήλ.

Ακόμα και σ’ εκείνους που δεν μπορείς να τους βρεις από την Παρασκευή το μεσημέρι έως και το Σάββατο το βράδυ, καθώς τηρούν τους εβραϊκούς νόμους όπως οι πρόγονοί τους: δεν σηκώνουν τηλέφωνα, στην ουσία μένουν αδρανείς κάθε Σάββατο, διότι είναι ημέρα αργίας, ημέρα του Θεού.

Στο Ισραήλ, το Σάββατο είναι η δική μας Κυριακή και η Κυριακή τους είναι η δική μας Δευτέρα.

Το περίφημο Σαμπάτ – κατά τη διάρκεια του οποίου, όμως, ναι μεν τα καταστήματα είναι κλειστά, όπως και τα μαγαζάκια με τα εξαίσια φαλάφελ (ας πούμε, κάτι σαν τα δικά μας σουβλάκια, πιο υγιεινά όμως), ωστόσο τα περισσότερα εστιατόρια και τα καφέ παραμένουν ανοιχτά, ο κόσμος διαβάζει τις «κυριακάτικες» εφημερίδες του, νεανικές παρέες χαζολογάνε τρώγοντας και πίνοντας.

Ενα ηλιόλουστο αλλά όχι δυσάρεστα ζεστό Σαμπάτ επισκέφθηκες το εξαιρετικό πάρκο Μέιρ, ανάμεσα στη λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου (βρετανικά κατάλοιπα…) και τη γραφική, πράσινη οδό Τσερνόβσκι. Χάζεψες το ειδικό, κλειστό τμήμα για όσους έχουν σκυλιά: τα αφήνουν ελεύθερα εκεί, τρέχουν, παίζουν μεταξύ τους, τα αφεντικά τους μοιράζονται τα παγκάκια πίνοντας αναψυκτικά.

Είναι όλοι τους ντυμένοι κάζουαλ ή σπορ. Να ένα άλλο πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Τελ Αβίβ: πολύ δύσκολα θα συναντήσεις κοστουμαρισμένους κυρίους με γραβάτα και σακάκι.

Οσο κι αν τους ψάχνεις με το μάτι, δεν τους βλέπεις πουθενά. Το Ισραήλ είναι η αποθέωση του κάζουαλ ντυσίματος – κι όσο ζεσταίνει ο καιρός, τόσο το σανδάλι και η σαγιονάρα μπαίνουν στην ημερήσια διάταξη, όπως και τα αποκαλυπτικά φορεματάκια στις κοπέλες.

Ολα όμως με στυλ, με ένα επιμελώς ατημέλητο ύφος.

Σταματάς κάθε τόσο και κοιτάζεις το χάρτη. Επικεντρώνεις την προσοχή σου σε μερικούς κεντρικούς δρόμους και λεωφόρους, οι οποίοι αποτελούν τη βάση σου για την εξερεύνηση της πόλης: Μπεν Γιεχούντα, Αλενμπι, Βασιλέως Γεωργίου, Ντίζενχοφ, Πίνσκερ, Μπογκράσοφ, Μπεν Ζιόν. Ακολουθώντας τους δύο τελευταίους δρόμους προς τα δυτικά μάλιστα, και διασχίζοντας λοξά τη Χαϊαρκόν, φτάνεις στη Χέρμπερτ Σαμουέλ – δηλαδή στη θάλασσα.

Στις παραλίες του Τελ Αβίβ. Στην πραγματικότητα, είναι μια ατέλειωτη, μεγάλη, αμμουδερή παραλία με ξαπλώστρες και ομπρέλες, φοίνικες αλλά και μαγαζιά – εστιατόρια και μπαρ, δίχτυα του βόλεϊ, ακόμα και υπαίθριο δημόσιο γυμναστήριο με όργανα γυμναστικής.

Ωστόσο, η τεράστια αυτή λωρίδα άμμου και θάλασσας χωρίζεται σε διάφορα τμήματα: Παραλία Αλμα, Παραλία Μπανάνα, Ιερουσαλήμ, Μπογκράσοφ, Φρίσμαν και πάει λέγοντας.

Προς το Βορρά, πίσω από την παραλία του Χίλτον, κάνεις μια όμορφη βόλτα στον Κήπο της Ανεξαρτησίας. Δεν δοκιμάζεις τη θάλασσα, όμως, η όλη ατμόσφαιρα είναι πολύ ευχάριστη. Ξαφνικά, θυμάσαι μία από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές από το εκπληκτικό «Βαλς με τον Μπασίρ»: τη σκιτσαρισμένη μορφή του Αρι Φόλμαν να αγναντεύει νύχτα μια από αυτές τις αμμουδιές, στοιχειωμένος από τις μνήμες του πολέμου στον Λίβανο το 1982.

Στην ταινία είχες δει την ίδια παραλία χειμώνα, με βροχή και αέρα.

Τώρα είναι τελείως διαφορετική – κι εκεί που αξίζει μια προμενάδα είναι κατά το ηλιοβασίλεμα, ειδικά όταν το χαζεύεις από τον Κήπο της Ανεξαρτησίας.

Αφήνεις τη θάλασσα πίσω σου και χώνεσαι πάλι στα στενά της πόλης. Κατευθύνεσαι προς την περίφημη οδό Σεϊνκίν. Κάποτε ήταν η πιο «in» οδός, με καταστήματα ρούχων και μπουτίκ. Ακόμα έτσι είναι, αλλά όπως σου λένε γνωστοί και φίλοι που ξέρουν, έχει χάσει κάπως την αίγλη της. Πάντως, έχει πολύ ωραία καφέ και μικρά εστιατόρια.

Είναι απόγευμα Κυριακής, κατευθύνεσαι και πάλι ελαφρώς δυτικά, διότι πολύ κοντά στη Σεϊνκίν υπάρχει η μεγάλη υπαίθρια λαϊκή αγορά Καρμέλ. Εκεί νιώθεις ακόμα πιο οικεία, ακούς ελληνικά τραγούδια από τους πάγκους των μικροπωλητών, εντυπωσιάζεσαι από τα φρούτα, στιγμές νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε μουσουλμανική χώρα, οι εικόνες σε βομβαρδίζουν.

Βγαίνεις από την Καρμέλ και πηγαίνεις λίγο πιο νότια: αναζητείς την οδό Σαμπάζι, ένα γραφικό στενάκι με κουλ καφέ και ατμοσφαιρικά μπαράκια, όπου και ένα από τα πιο ωραία διεθνή βιβλιοπωλεία της πόλης.

Μια συμπαθητική κοπέλα είναι πίσω απ’ το ταμείο και όταν της λες ότι είσαι από την Αθήνα, αναστενάζει: «Πόσο τυχεροί είστε… Με τον φίλο μου θέλουμε να έρθουμε να παντρευτούμε στην Αθήνα». Δεν πιστεύεις στ’ αυτιά σου. «Μα είναι τόσο ωραίο το Τελ Αβίβ», ψελλίζεις, φουσκώνοντας από υπερηφάνεια κατά βάθος.

«Ναι… αλλά όλοι αυτοί οι έλεγχοι για ασφάλεια είναι πολύ κουραστικοί». Μμμ… Να μια τόσο βασική λεπτομέρεια που είχες λησμονήσει πέντε ημέρες τώρα στο Τελ Αβίβ. Για τους ανθρώπους που ζούνε εκεί όμως είναι μια καθημερινότητα. Είπαμε: στους σταθμούς των τρένων, των λεωφορείων, στα μεγάλα εμπορικά κέντρα, σε κάποιες δημόσιες υπηρεσίες, περνάνε τσάντες και σακούλες από έλεγχο, «όπως στο αεροδρόμιο», κι αν είσαι ξένος σού ζητάνε το διαβατήριο.

«Εχετε ταξιδέψει σε αραβική χώρα;» Σε ρωτάνε. Εσύ δεν έχεις, και μάλλον νιώθουν καλύτερα.

Στην ουσία, δοκιμάζεις την υπομονή σου ως προς αυτή την πτυχή όταν αφήνεις το Τελ Αβίβ, στο αεροδρόμιο «Μπεν Γκουριόν»: εκεί υφίστασαι σειρά ελέγχων που διαρκούν κάπου δύο ώρες – από νεαρές και ευγενικές κοπέλες ωστόσο.

Οι βαλίτσες σου περνούν από εξονυχιστικό και τεχνολογικά άκρως προχωρημένο έλεγχο, γι’ αυτό και πρέπει να είσαι τουλάχιστον τρεις ώρες στο αεροδρόμιο πριν από την αναχώρησή σου. «Ελπίζουμε να ξανάρθετε», σου λένε στο τέλος. Είναι πολύ αποτελεσματικές, αλλά δεν χάνουν στιγμή την ευγένεια και το χαμόγελό τους.

Ξέρεις ότι αν έχεις κάνει κάτι «στραβό», δύσκολα θα τους ξεφύγει. «Θέλω να ξανάρθω», τους λες.

Πέντε ημέρες στο Τελ Αβίβ -στο Ισραήλ γενικότερα- δεν αρκούν. Θες όντως να ξανάρθεις, άνοιξη ή φθινόπωρο κατά προτίμηση. Εστω και για να χαζεύεις όμορφες, πάνοπλες στρατιωτίνες τρώγοντας φαλάφελ στο δρόμο.

ΠΤΗΣΕΙΣ

Δύο οι επιλογές σας. Απ’ τη μια η ισραηλινή Ελ Αλ (τηλ.: 210-93.41.500-1, www.elal.co.il) και απ’ την άλλη η νέα Olympic Air (τηλ.: 210-96.66.666, www.olympicairlines.com). Για τη νέα Ολυμπιακή σημειώστε επίσης τα τηλ.: 801 8010101, 210-35.50.500, καθώς και την ιστοσελίδα που ακόμα βρίσκεται υπό κατασκευή: www.olympicair.com

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ

Τα κεντρικά ξενοδοχεία της πόλης είναι ιδανικά για να μπορέσει κάποιος να εξερευνήσει την πόλη χωρίς ταλαιπωρία.

Δεν είναι φτηνά, αλλά παρέχουν καλές υπηρεσίες και συνήθως είναι αισθητικά προσεγμένα και ήσυχα.

Μερικές επιλογές:

Το κάπως μίνιμαλ Center Hotel (Ζάμενχοφ 2, πλατεία Ντίζενχοφ, τηλ. 03 526 6100) και δίπλα του ακριβώς το αγαπημένο στους σινεφίλ Cinema Hotel (Ζάμενχοφ 1, πλατεία Ντίζενχοφ, τηλ. 03 520 7100). Πολύ καλή περίπτωση είναι επίσης το Art+Hotel (Μπεν Γιεχούντα 35, τηλ. 03 542 5555) και το πιο «θαλασσινό» Melody Hotel (Χαϊαρκόν 220, τηλ. 03 521 5300).

Με μια επίσκεψη στο www.atlas.co.il, θα ανακαλύψετε πολλά για τα ξενοδοχεία του Τελ Αβίβ.

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ, ΚΑΦΕ, ΔΙΑΦΟΡΑ

Το Τελ Αβίβ υποτίθεται ότι δεν φημίζεται για το φαγητό του όσο για τα καφέ του. Ομως, δύσκολα θα φύγεις παραπονεμένος από εστιατόριό του. Ακόμα κι αν δεν ξετρελαθείτε με τις γεύσεις, η ατμόσφαιρα θα σας κερδίσει.

Οσον αφορά την εθνική κουζίνα, στα περισσότερα εστιατόρια συνδυάζονται οι πικάντικες ή δροσερές γεύσεις της Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου με τα πιο εκλεπτυσμένα κλασικά πιάτα της κεντρικής Ευρώπης.

• Ενα καλό παράδειγμα είναι το Benedict (Μπεν Γιεχούντα 171), το οποίο συνδυάζει εξαιρετικό φαγητό (με πολύ καλές πρώτες ύλες – ειδικά τα πρωινά του είναι αλησμόνητα) με καφέ και ποτό, από εκείνα τα μέρη της πόλης που θυμίζουν ελαφρώς αντίστοιχα χαλαρωτικά, ζεστά «καταφύγια» του Βίλατζ στο Μανχάταν.

• Αν, από την άλλη, θέλετε κάτι πιο εντυπωσιακό, μπορείτε να δοκιμάσετε πολύ καλό μπέργκερ στο Agadir Burger Bar (Χατά Αρούσα 3, Λιμάνι, και Νασαλάτ Μπινγιαμίν 2).

• Στην οδό Μπαζέλ 37 υπάρχει ένα ακόμα εξαιρετικό καφέ, το «37», που συνδυάζει διάφορες γεύσεις και μάλλον θα ικανοποιήσει τους λάτρεις της υγιεινής κουζίνας.

• Εκπληκτικό είναι το Dizi, στην πλατεία Ντίζενχοφ, το οποίο συνδυάζει ατμόσφαιρα με καλό φαγητό αλλά και… πλυντήρια, καθώς και μεγάλη συλλογή από DVD. Ιδανικό για τον ταξιδιώτη, ο οποίος ρίχνει τα βρώμικα ρούχα του στο πλυντήριο, τρώει κάτι σερφάροντας στο Διαδίκτυο ή παρακολουθεί στον υπολογιστή του κάποια ταινία.

• Δεν είναι εστιατόριο, αλλά έχει ό,τι επιθυμήσετε όσον αφορά την ελιά και το λάδι: πρόκειται για την Olia, στην οδό Φρίσμαν 73, ένα ντιζαϊνάτο μικρό κατάστημα όπου μπορεί κανείς να βρει οτιδήποτε σχετικά με την αγαπημένη μας ελιά. Λέγοντας μάλιστα στην ευγενική ιδιοκτήτρια ότι είστε Ελληνας, κάποιο γκελ θα γίνει. Σε εμάς είπε ότι το καλοκαίρι αυτό θα έκανε μια βόλτα από την Καλαμάτα – ξέρετε, για θέματα ελιάς πάντα.

• Ενα ακόμα πολύ ενδιαφέρον μαγαζί βρίσκεται στην οδό Ντίζενχοφ, στο 99, πολύ κοντά στο Κέντρο Ντίζενχοφ. Πρόκειται για το Bauhaus Center, όπου το ντιζάιν της σχολής Μπάουχαουζ έχει την τιμητική του – κάτι που ισχύει λίγο πολύ και για την αρχιτεκτονική της πόλης γενικότερα.Είναι ακριβό αλλά αξίζει τον κόπο μια επίσκεψη· μπορείτε να αγοράσετε από εκεί ωραία πορτοφολάκια σε σχήμα… φαλάφελ.

• Για τους λάτρεις του σπιτικού ψωμιού αλλά και ωραίων γλυκών, προτείνεται το Cafe Noir (Αχάντ Χά’αμ 43), στο κέντρο της πόλης.

• Πιο νότια, μια βόλτα στη μοδάτη οδό Σεϊνκίν θα πρέπει να συνδυαστεί με μια γερή στάση στο Orna and Ella (Σεϊνκίν 33) με ιταλικές και γαλλικές γεύσεις, σπιτικό ψωμί και άλλα καλά. Συνήθως υπάρχει λίστα αναμονής, αξίζει όμως!

Λίγα αλλά ενδεικτικά παραδείγματα από μια μικρή πόλη με πολλές όμως επιλογές.

* Σημείωση: Οι πληροφορίες και οι τιμές που αναφέρονται στο κείμενο ισχύουν την περίοδο σύνταξης του άρθρου και ενδέχεται να έχουν αλλάξει.

email
Πηγή άρθρου: kathimerini.gr