To άρωμα της ρέγγας στη Πύλαρο

Ρέγγα

Ρέγγα

Στα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλονιάς τίποτε δεν έμενε κρυφό, προπαντός την εποχή του πολέμου, της πείνας.

Είχε βγει λοιπόν η φήμη ότι παραγγελιοδόχος είχε έρθει από την Αθήνα κρυφά με καϊκι (απαγορευόταν οι μετακινήσεις) και είχε φέρει ένα δέμα με τρόφιμα στην κυρά Ευδοξία που ζούσε με τον γέρο άνδρα της, μόνοι τους οι δυο με το αίσθημα μοναξιάς να τους αποκαρδιώνει. Αφού οι γιοι τους ήταν έμποροι και ζούσαν στην Αθήνα.

Στο χωριό ήμουνα ένας από τους λίγους που ήξερε το μυστικό της κυράς Ευδοξίας, (το ότι δεν ήξερε γράμματα).

Πήγα λοιπόν έναν περίπατο προς τα εκεί προσποιούμενος ότι κυνηγούσα κοτσύφια με μια σφεντόνα κρατώντας την στο δεξί χέρι έτοιμος για δράση όταν εμφανιζόταν ένα οποιοδήποτε πουλί.

Στην άκρη του χωματένιου δρόμου συνάντησα τον μπάρμπα Παναγιώτη που λιαζόταν στις ξεξασπρισμένες πέτρινες καθίστρες, που είχαν γίνει έτσι από τις ρονιές των κεραμιδιών, από το σπίτι της παραμυθατζούς, αυτής που έλεγε στα μικρά παιδιά παραμύθια καθισμένα δίπλα στη φωτιά με τα κούτσουρα για να ζεσταθούν, μέσα στην τσίγκινη παράγκα, που ο καπνός τους, τούς έτσουζε τα μάτια, τους έκανε να βήχουν, αλλά τους άρεσαν τα παραμύθια και οι ιστορίες του Ναστρεδίν Χότζα, ήταν κι αυτό μια φυγή στην πολυτέλεια των ονείρων, απ΄ τη μονότονη ζωή του χωριού .

Με το πηγούνι του να ξεκουράζεται ακουμπισμένο πάνω στο χέρι του που κρατούσε το μπαστούνι, έμοιαζε σαν φιλόσοφος που προσπαθούσε να μάθει γιατί γυρίζει η γη. Μου έπιασε κουβέντα μου εξηγούσε τα σημάδια των καιρών, το τι εννοούσε το κάθε συννεφάκι που ταξίδευε μόνο του στην απεραντοσύνη του ουρανού. Ήξερε τι καιρό θα έκανε την επόμενη μέρα παρατηρώντας αυτά τα σημάδια μα και το νυχτερινό φεγγάρι ανάλογα με τον αν είχε κύκλο. Μιλούσε ακόμα και για τα πουλιά πώς να τα πιάνει με ξόβεργα, μα και για τις κουκουβάγιες, τι εννοεί το λάλημά τους τη νύχτα, μα και γιατί τα κουκουβαόπολα ήταν άσπρα σαν το χιόνι.

Σε μια στιγμή κατάλαβα ότι όσο ήταν ήλιος στο στερέωμα δεν θα ερχόταν η καλή μου τύχη. Έτσι έφυγα, αλλά μετά από λίγο ξαναγύρισα, περπατούσα κάνοντας τον αδιάφορο, ευτυχώς ο Μπάρμπα Παναγιώτης είχε φύγει απ’ το λιαστήρι του.

Με την σφεντόνα στο χέρι σα να παίζω κομπολόι πήγα και κάθισα κάτω από το μεγάλο πουρνάρι που ήταν στην άκρη της αυλής από εκεί ξεκινούσε ένας διάδρομος προς τη σιδερένια πόρτα της αυλής. Καθώς την άνοιξε έτριξε από την σκουριά. Η κυρά Ευδοξία με ένα καφέ χρώματος τσεμπέρι δεμένο στο κεφάλι της φάνηκε να κοιτάζει δεξιά αριστερά. Η ματιά της σταμάτησε πάνω μου, «έλα μέσα παιδί μου» μου είπε. Έκλεισε πίσω της τη σιδερένια πόρτα, μπήκαμε και οι δυο μαζί στην είσοδο του σπιτιού, έκλεισε την πόρτα.

Δεν μου είπε να κάτσω σα να φοβόταν κάτι το αόρατο, αλλά βασιζόταν στην παιδική αθωότητά μου. Έχωσε το χέρι στον κόρφο της κι έβγαλε ένα φυλαχτό, το ξεδίπλωσε και μου το έδωσε.

«Είναι από το γιο μου, τι μου γράφει; Είναι καλά;»

Άρχισα να διαβάζω την επιστολή, τα μάτια της κοκκίνισαν, η ανάσα της κοβόταν σε κάθε μου λέξη. Αφουγκραζόταν και τον παραμικρό θόρυβο που έβγαινε από τα χείλη μου, κρεμόταν κυριολεκτικώς από αυτά. Στο τέλος της ανάγνωσης έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης. Δόξα τω Θεώ ψέλλισε, είναι όλοι καλά, με το ρυτιδωμένο χέρι της πήρε την επιστολή, τη έβαλε ξανά στον κόρφο της.

«Περίμενέ με εδώ» μου είπε και χάθηκε μέσα στο άλλο δωμάτιο. Ήξερα ότι κάτι θα με φίλευε, σε λίγο παρουσιάστηκε με μια ρέγκα καπνιστή, από αυτές που της είχαν στείλει από Αθήνα.

«Να την πας σπίτι σου» είπε.

Λίγα άχερα, αυτά που φυλάγαμε στον στάβλο για να τρώει το δανεικό γαϊδουράκι όταν μας το έδιναν για να κουβαλούμε ξύλα, ήταν το προσάναμμα μια και δεν υπήρχε χαρτί. Στην άκρη της αυλής με τον πυριόβολο άναψα τ’ άχυρα, στη φλόγα τους έψησα τη ρέγκα, η μυρωδιά έσπασε τη μονοτονία του λαχανόζουμου, το σάλιο άρχισε να υγραίνει στα στόματα των γειτόνων κι αυτοί μακάριζαν τους τυχερούς που θα έτρωγαν τη ρέγκα.

Κι όλα εμείς τα παιδιά μαζευτήκαμε γύρω απ’ τον καπνό του ψησίματος της ρέγκας, γεμίζοντας τα πνευμόνια μας, με το εξωτικό σπάνιο άρωμά της.

email