Το «πίνειν» των Ελλήνων

Έλληνες ηθοποιοί

Έλληνες ηθοποιοί.

Ο Μιχαήλ Μητσάκης (1868-1916), σπουδαίος λογοτέχνης και αρθρογράφος, ήταν επίσης και εξαιρετικός χρονογράφος της εποχής του.

Στο κείμενό του Η ζωή εις την Πρωτεύουσαν (Το Θέρος), αναφέρει ότι το 1887 οι γηραιότεροι είχαν ήδη αρχίσει να νοσταλγούν την εποχή της απελευθέρωσης, όταν η καλλιμέγαρη και θορυβώδης Σταδίου δεν ήταν παρά βαθύς γκρεμός και θολό ρέμα.

Συγκινούνταν αναπολώντας τη θαυμάσια μονοτονία της πόλης, στην οποία τα ήθη και τα έθιμα εξακολουθούσαν να είναι «πατριαρχικά», απλά και αγνά.

Άλλωστε, «υπό βασιλέα φουστανελοφόρο και ηγεμονίδα φεσοφορούσα», σύμβολο πίστης και φιλοπατρίας θεωρείτο η εμμονή στα πάτρια, και οι τολμηροί εισαγόμενοι νεωτερισμοί είχαν εξασφαλισμένη εκ των προτέρων την αποτυχία. Οπότε, από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1880 ο κόσμος ευφραινόταν κυρίως με ρητινίτη (δηλαδή ρετσίνα) και, όπως επιβεβαιώνεται από άλλες πηγές, αυτός έρρεε «ποταμηδόν».

Στην αυγή, όμως, της μπελ επόκ, είχε αρχίσει να διαφαίνεται ότι ο Ελληνας άλλαζε και μετατρεπόταν σε «άτεχνο μεν, αντίγραφο δε» του Ευρωπαίου.

Για παράδειγμα, η μεσαία και η πιο select τάξη έπινε τσάι, όχι μόνο στις πέντε το απόγευμα, κατά το αγγλικό πρότυπο, αλλά και στα σουαρέ και στις χοροεσπερίδες της. Ταυτόχρονα, ο λαός συνήθισε να πίνει «ζύθον αντί του ρητινίτου του».

Σε άλλο κείμενό του, ο Μητσάκης περιγράφει φοιτητές που γιορτάζουν στο καφενείο της Δεξαμενής την επιτυχία τους στις εξετάσεις. Ξεκινούν, λοιπόν, παραγγέλνοντας καφέ και κανταΐφι, αλλά ξαφνικά ένας εξ αυτών ζητά από τον καφετζή να φέρει για όλους κάτι που ακουγόταν πιο σπέσιαλ, μάλλον και λίγο σκανταλιάρικο: Λεμονάδα με ρούμι!

Τα ξενόφερτα ποτά, λοιπόν, δεν ήταν άγνωστα στην Ελλάδα του τέλους του 19ου αι. μεταξύ αυτών και ο «καμπανίτης οίνος» (δηλαδή, η σαμπάνια) ούτε ήταν εντελώς απρόσιτα για τα μεσαία βαλάντια. Η τάση, όμως, να πίνεις εισαγόμενα ποτά μόνον, ως κάτι το τόσο εξαιρετικό που καταντούσε ανοίκειο, διατηρήθηκε μέχρι και μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Σ’ αυτό το μεγάλο διάστημα οι συνήθειες έμειναν αμετάβλητες εξαιτίας και μιας «αρχιτεκτονικής» στασιμότητας: Οι πότες έπιναν σε ζαχαροπλαστεία, καφενεία, ταβέρνες ή στα τελευταία εναπομείναντα καπηλειά.

Τα «μπαρ αμερικανικού τύπου» αρχίζουν να καταξιώνονται στην Αθήνα από τη δεκαετία του 1950 και μετά. Πρωτοεμφανίστηκαν μέσα σε ξενοδοχεία και χρειάστηκε άλλη μία δεκαετία σχεδόν για να κάνουν αισθητή την παρουσία τους εκτός αυτών.

Επιπλέον, στην αθηναϊκή νύχτα της δεκαετίας του ’60, με τις μπουάτ, τα μπαρ και τα κλαμπ της, ο κόσμος χόρευε μεν ευρωπαϊκά, αλλά έπινε βαλκανικά. Με εξαίρεση τους «δυτικόπληκτους», που πολύ εύκολα αποδέχθηκαν τη μόδα του βερμούτ (για να την εγκαταλείψουν, όμως, εξίσου ανέμελα), ο περισσότερος κόσμος, και κυρίως οι σταθεροί πότες, παρέμεναν πιστοί στο παραδοσιακό ελληνικό κονιάκ.

Δηλαδή, στην ημεδαπή εκδοχή του μπράντι, του οποίου η καταγωγή κρατούσε από τον παρευξείνιο και τον παραδουνάβιο βορρά μας και διετίθετο ευρέως σε δύο υπερ-κατηγορίες: Το εμφιαλωμένο και το χύμα.

Οσοι επέλεγαν την πρώτη περνούσαν αυτομάτως ένα είδος άτυπου, αλλά αυστηρού τεστ αγοραστικής δύναμης.

Η κατάταξή τους καθοριζόταν από τους αστέρες της φιάλης που είχαν προτιμήσει. Για όσους έπιναν χύμα κονιάκ, δεν κινείτο βλέφαρο.

Ετσι, η περίοδος 1965-1975 θεωρείται η κρισιμότερη για τη διαμόρφωση των σημερινών προτιμήσεών μας στο ποτό. Τότε συμβαίνει το μεγάλο πέρασμα από το κονιάκ στο ουίσκι. Δηλαδή, η οριστική διεθνοποίηση του γούστου μας.

Ο κύριος Γιάννης Αλαμπάνος, ο διασημότερος μπάρμαν της Αθήνας, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της αλλαγής, αρχικά στα μπαρ στα οποία εργαζόταν και από το 1972 στο δικό του, το περίφημο Galaxy, στη στοά της Σταδίου.

Ο ίδιος πιστεύει ότι σπουδαίο ρόλο στη μετάβασή μας προς το ουίσκι έπαιξαν οι μπάρμαν. Ενδεικτικά, αναφέρει περιπτώσεις πελατών του οι οποίοι και σήμερα του εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους επειδή εκείνος τους πρότεινε να δοκιμάσουν κάτι καινούριο αντί του κονιάκ.

Όμως, οι Ελληνες έκαναν και ιδιαίτερα στο σπίτι, άνευ διδασκάλου.

Αρχικά, το ουίσκι χτύπησε την πόρτα μας με την ιδιότητα του «μπιμπελό».

Μια φιάλη όφειλε να υπάρχει πάνω στον μπουφέ ως σύμβολο status -χωρίς να καταναλώνεται, καθότι είδος ακριβό λόγω φόρων πολυτελείας. Πολλοί λένε ότι η διακοσμητική φιάλη άρχισε να γίνεται χρηστική χάρη στη μόδα του κουμκάν.

Οι κυρίες γύρω από την πράσινη τσόχα, πάνω στην έξαψη του παιχνιδιού, απαντούσαν όλες καταφατικά, με βλέμμα σπινθηροβόλο και ύφος συνωμοτικό, στην περίφημη ερώτηση «ουισκάκι;», την οποία έθετε κάποια στιγμή, επιτέλους, η οικοδέσποινα.

Οπως κι αν συνέβησαν όμως τα πράγματα, το σημαντικό είναι ότι το πέρασμά μας στο ουίσκι υπήρξε τελεσίδικο.

Ο εικαστικός καλλιτέχνης και συγγραφέας Τάκης Τζίφας, στο βιβλίο του Συνοδεία Εγχόρδων (εκδ. Ροδακιό, 2012), ένα εξαιρετικό χρονικό μαρτυρία γύρω από το ποτό, τη μουσική και τις μικρές καθημερινές μανίες στην Αθήνα τα τελευταία 50 χρόνια, αναφέρει για την «εποχή της μετάβασης»: «Κάποτε, πάνω από ένα μπουκάλι εκλεκτό ουίσκι, διερευνήσαμε μύθους και αλήθειες γύρω από τούτο το μυστήριο και εκμαυλιστικό ποτό, που τόσο λάτρεψαν οι Ελληνες, λες και το έπιναν και οι παππούδες τους».

Και μια από τις απαντήσεις που δίνει στο γιατί το ουίσκι μάς κέρδισε είναι ότι «οι εκλεκτές μάρκες [-] σου φέρονται με το γάντι, δηλαδή σε μεθούν με αβρότητα και σε ακουμπάνε μαλακά στο κατώφλι της επόμενης ημέρας, σαν μωρό στη βρεφοδόχο». Με άλλα λόγια, το ουίσκι κατατρόπωσε το κονιάκ, κτυπώντας το ακριβώς στην αχίλλειο πτέρνα του.

Μετά την καθολική επικυριαρχία του, το ουίσκι δεν απειλήθηκε ουσιαστικά από καμία νέα μόδα. Στη δεκαετία του ’80, για παράδειγμα, παρατηρείται μια αυξημένη συμπάθεια για τα διαφανή ποτά. Η βότκα, το τζιν και το ρούμι με την τεκίλα στη λευκή τους έκδοση γνωρίζουν στιγμές δόξας.

Μεταξύ αυτών, η βότκα διαγράφει σαφώς σημαντικότερη πορεία. Αυτό οφειλόταν σε δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν η διεθνής τάση «αποποινικοποίησής» της μετά την αισιοδοξία που έφερνε η περεστρόικα. Κάτι που ξεκίνησε από την Αμερική, η οποία αποφάσισε να προεορτάζει ένα επερχόμενο τέλος του ψυχρού πολέμου, μετά τις πρώτες μεταρρυθμίσεις του Γκορμπατσόφ. Αυτό εξαπλώθηκε προοδευτικά παντού -κατά συνέπεια και στην Ελλάδα.

Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι βότκα παράγουν και άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η Σουηδία. Ετσι, ανακουφίστηκαν κάπως εκείνοι που ήθελαν να μετατοπιστούν προς αυτό το ποτό, αλλά δίσταζαν λόγω της ρετσινιάς που το βάραινε. Τότε που το να παραγγείλεις βότκα ισοδυναμούσε με μίνι πολιτικό ακτιβισμό και ηρωική αποκάλυψη φιλοσοβιετικών αισθημάτων.

Τη δεκαετία του 1990 τη σημάδεψαν τα malt whiskies.

Χάρη σε αυτά ο Ελληνας ανακάλυψε ότι το ποτήρι με το ποτό του μπορούσε να είναι και μια τεράστια δεξαμενή γνώσεων, που του επέτρεπε να γίνεται ακόμα πιο ξερόλας. Ηταν η περίοδος όπου μαθαίναμε να αναγνωρίζουμε ανεπαίσθητες διαφορές γεύσεων και αρωμάτων, που μέχρι τότε βρίσκονταν εκτός του φάσματος της φαντασίας μας (για παράδειγμα, τη διαφορά της μυρωδιάς του ξύλου των βαρελιών του τάδε Σκοτσέζου παραγωγού από εκείνην του δείνα).

Με την ανατολή της νέας χιλιετίας, ήλθε ταυτόχρονα εκείνη των κοκτέιλ. Frozen margherita, mojito και caipirinha λειτουργούσαν τότε σαν μια συνεχής αναπαραγωγή ενθυμίων από τα ταξίδια μας στην Κούβα και τη Βραζιλία (επίσης σπουδαία μόδα), ενώ τα δεσποτικά κορίτσια του Sex and the City σύστησαν στις Ελληνίδες τον ύπουλο κόσμο του cosmopolitan.

Στον αντίποδα της τάσης των κοκτέιλ, εμφανίστηκε εκείνη της επιστροφής στις ρίζες: Ρακόμελα, ψημένη και απλή ρακή (με ή χωρίς γλυκάνισο) έγιναν η σπουδαία εναλλακτική των εναλλακτικών.

Η δεκαετία που διανύουμε δεν έχει εκπέμψει ακόμη δικό της στίγμα, αν εξαιρέσουμε το ότι τα κοκτέιλ μοιάζουν να γίνονται όλο και πιο πηχτούτσικα (σχεδόν σαν αραιή φρουτόκρεμα), με αποτέλεσμα να καταπίνουν τα ίδια τη γεύση του αλκοόλ. Σήμερα, όμως, η κρίση μάς κάνει εντατικό φροντιστήριο για να μάθουμε ότι μπορούμε να διασκεδάζουμε με εκείνο που μπορούμε να πληρώσουμε. Χωρίς να χρειαστεί να ζητήσουμε δανεικά.

Αγαπημένοι φανατικοί του ουίσκι

Το ελληνικό θέατρο, πάντα πρόθυμο να αγκαλιάζει τις νέες μόδες, εμπιστεύτηκε εξαρχής το ουίσκι. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ένα dream casting που από την πρώτη στιγμή τού έδειξε αξιοθαύμαστη πίστη:

Αλέξης Μινωτής Αλέκος Αλεξανδράκης Δημήτρης Χορν Δημήτρης Παπαμιχαήλ Τζένη Καρέζη

Σπουδαία εξαίρεση: Ο Ορέστης Μακρής, ο ηθοποιός που έγινε ο πιο διάσημος «μεθύστακας» του ελληνικού κινηματογράφου και επαναλάμβανε για χρόνια το ρόλο σε επιθεωρήσεις, δεν έπινε σχεδόν ποτέ!

Εντυπωσιακό outsider: Ο ποιητής και κριτικός του θεάτρου Γιάννης Βαρβέρης, γνωστός πέρα από την καλλιέργειά του και για το εκλεπτυσμένο γούστο του, έπινε σταθερά pernod, τη γαλλική εκδοχή του ούζου. Ομως, σταθμίζοντας πάντα τις περιστάσεις πριν επιλέξει το καταλληλότερο αλκοόλ για τη στιγμή, ο Βαρβέρης παρήγγειλε μια φορά στην Παλαιά Επίδαυρο το γαλλικό λικέρ Chartreuse, το οποίο και σήμερα σπάνια διατίθεται στις κάβες. Το γκαρσόνι που πήρε την παραγγελία εξακολουθεί να περιγράφει με τρόμο το πολιτισμικό σοκ που υπέστη τότε.

Εγχώρια κατανάλωση

  • Ουίσκι (σε ποσοστό μεγαλύτερο του 40% του συνόλου)
  • Ούζο (σε ποσοστό μεγαλύτερο του 20% -οι Εσθονοί τώρα δικαιώνονται!)
  • Βότκα (στα επίπεδα του 10%)

Ακολουθούν με σημαντική διαφορά προς τα κάτω και με την ακόλουθη φθίνουσα σειρά:

  • Λικέρ (όλοι οι τύποι),
  • μπράντι,
  • τζιν,
  • ρούμι
email
Πηγή άρθρου: imerisia.gr