Ανδρέας Λασκαράτος – Τα Μυστήρια της Κεφαλονιάς

Ανδρέας Λασκαράτος.

Ανδρέας Λασκαράτος.(Πηγή φώτο:el.wikipedia.org)

Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς είναι το πιο χαρακτηριστικό έργο του Ανδρέα Λασκαράτου. Γράφτηκε στα 1856 με υπότιτλο «ή σκέψεις απάνου στην οικογένεια, στη θρησκεία και στην πολιτική εις την Κεφαλονιά». Το βιβλίο διαιρείται σε αυτά τα τρία μέρη και ο συγγραφέας παραθέτει τις σκέψεις του πάνω σε αυτά τα ζητήματα που τα θεωρούσε κεφαλαιώδους σημασίας.

Ο Λασκαράτος έχει ηθικοδιδακτική πρόθεση και σατιρίζει στο έργο του τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες, την αμορφωσιά και τη μιζέρια των τότε συμπατριωτών του καθώς και την διαφθορά του ορθόδοξου κλήρου της Κεφαλονιάς. Καμία κοινωνική σύμβαση της εποχής δεν γλύτωσε από τα βέλη του.

Όπως ήταν φυσικό, Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς προκάλεσαν θυελλώδεις αντιδράσεις, που έφτασαν ως τον αφορισμό του Λασκαράτου αρχικά από τον Μητροπολίτη Κεφαλονιάς και έπειτα από την Ιερά Σύνοδο. Το έργο ξεχωρίζει για το δυναμικό, επιθετικό του ύφος. Πολεμά, σαρκάζει, και αντιμάχεται την αδικία. Η σάτιρά του απόβλεπε στο να διορθώσει τα κακώς κείμενα. Η γλώσσα του είναι μια μείξη δημοτικής, καθαρεύουσας και πολλών ιδιωματικών επτανησιακών εκφράσεων, που κάνει τον λόγο του άμεσο και ζωηρό.

Στις 2 Μαρτίου 1856, ο μητροπολίτης Κεφαλλονιάς Σπυρίδωνας Κοντομίχαλος, στην αγγλοκρατούμενη τότε Κεφαλονιά, αφορίζει τον Ανδρέα Λασκαράτο λόγω του βιβλίου του «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς» και φυσικά το βιβλίο. Ο αφορισμός είχε προαποφασιστεί και συνταχτεί νωρίτερα (φέρει την ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1856). Ο Λασκαράτος καταφεύγει κυνηγημένος στη Ζάκυνθο, αλλά στις 16 Μαρτίου 1856 αφορίζεται και εκεί, από τον μητροπολίτη της, Νικόλαο Κοκκίνη. Οι απόψεις του Λασκαράτου για την ορθοδοξία, αλλά και για την έννοια του θεού γενικότερα, δεν ήταν δυνατό να γίνουν ανεκτές από το τότε κατεστημένο στην Εκκλησία της Κεφαλονιάς.

Ενας ιδιότυπος δυϊσμός κυριαρχεί στη σκέψη του Λασκαράτου. Στο κεφάλαιο 12, «Θρησκεία» (γραφή Λασκαράτου), των «Μ.τ.Κ», γράφει: «Η ψυχή μας λοιπόν είναι συνθεμένη από δυνάμεις ανθρώπινης φύσεως και δυνάμεις μιας άλλης ανώτερης φύσης. Η πρώτες μας συγγενέβουνε με τον κόσμο. Η δεύτερες με τη Θεότητα». Και «υπάρχει τω όντι μια ηθική τάξη πραγμάτων, ένας Οικουμενικός Αιώνιος Κώδικας, ο οποίος εμπεριέχει όλες εκείνες τις ηθικές αρετές οπού ολόκληρο το ανθρώπινο γένος ομολόγησε πάντα και θέλει ομολογήσει».

Αυτή τη θεότητα ο Λασκαράτος τη θεωρεί κάτι πολύ μεγάλο και υψηλό και νομίζει πως η τρέχουσα τότε χριστιανική εκδοχή της τη μειώνει και την ευτελίζει. Π.χ., στο διήγημά του «Ταξίδι στον πλανήτη Δία», ο Λασκαράτος «καβαλάει» σε μια ηλιαχτίδα που περνάει από το χτήμα του στο Ληξούρι και βρίσκεται στο Δία, όπου τα πάντα, έμψυχα και άψυχα, είναι χίλιες φορές μεγαλύτερα από αυτά της Γης. Οι άνθρωποι του Δία τον παίρνουνε για ανθρωπόμορφο έντομο, για ζωύφιο, τον πιάνουνε με μια τσιμπίδα, τον βάζουνε στη χούφτα τους και τον εξετάζουνε με περιέργεια.

Μετά τον βάζουνε πάνω σ’ ένα τραπέζι της «Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών του Δία», τον σκεπάζουνε με μια γυάλα, κι επειδή τον είχαν βρει μες στα λάχανα του κήπου, νομίζουνε ότι τα τρώει ωμά και γι’ αυτό του βάζουνε και μια ρίζα λάχανου κάτω από τη γυάλα, για να μην ψοφήσει από την πείνα. Συγκαλείται, στη συνέχεια, η Σύγκλητος της Ακαδημίας για να εξετάσουν τα μέλη της το περίεργο ον. Αυτός σκέφτεται να τους μιλήσει «διά την Ηπειροθεσσαλία και πως ελπίζουμε εντός ολίγου να πάρουμε τα Γιάννινα», σατιρίζοντας τις ανθρωποκεντρικές ιδέες και τις θρησκευτικές αντιλήψεις των Χριστιανών περί Θεού.

Όταν οι κάτοικοι του Δία ακούνε για την «τριάδα ομοούσιον και αχώριστον», προβάλλουνε την ένσταση του «αριθμητικώς ακατανόητου» και συμπεραίνουνε με επιείκεια: «Μην τα ξεσυνεριζομάσθε τα καημένα, έντομα είναι… πλάθουν εις τον εαυτόν τους έναν Θεό, οποίον η διανοητικές τους δυνάμεις τους τον επιτρέπουν».

Τα «Μ.τ.Κ» οδηγήσανε στον αφορισμό του Λασκαράτου, του βιβλίου του, αλλά και των αναγνωστών του.

email