Παλιά Κεφαλονιά: O γυρισμός του Φωκίου στο χωριό του

Παλιά στην Κεφαλονιά

Παλιά στην Κεφαλονιά

Ο ΦΩΚΙΩΝ στα 1939 έχει μαζέψει γερό κομπόδεμα κι αποφασίζει να ταξιδέψει στην πατρίδα, να δει τους δικούς του που τόσο του λείπουν. Άλλωστε στην Αβησσυνία τα πράγματα γίνονται όλο και πιο ρευστά. Έτσι παίρνει τη μεγάλη απόφαση να πάει στην Κεφαλλονιά, στο χωριό του, τη Λακήθρα.

Νάτος λοιπόν στο καράβι για τον Πειραιά. Τι ταξίδι είναι αυτό, τι πολυτέλεια! Καμπίνα δική του και όχι κατάστρωμα, φαγητό πρώτης θέσης, άνεση και περιποίηση από το πλήρωμα! Πώς πέρασαν δέκα ολόκληρα χρόνια από τότε που έφυγε;

Άραγε θα τον αναγνωρίσουν; Δεντους έχει γράψει, δεν ξέρουν τίποτα. Θα τους κάνει έκπληξη.

Στον Πειραιά δε μένει καθόλου. Θέλει τόσο πολύ να βρεθεί στο νησί του, στο χωριό, στο σπίτι του, στους γονείς και τ’ αδέρφια του. Έχει σουρουπώσει όταν το καράβι δένει στο Αργοστόλι.

Κατευθύνεται στο σημείο που είναι σταθμευμένα τα ταξί. Δεν τον αναγνωρίζει κανείς.

Ανάμεσα στους οδηγούς που ο καθένας φωνάζει το χωριό του, βλέπει ένα συγχωριανό του και τον πλησιάζει.

– Ορίστε, πούθε πάτε;

– Όθε πας κι εσύ ν’ αράξεις πατριώτη. Λακήθρα! λέει ο Φωκίων.

– Ποιος είσαι, βωρέ; και τον κοιτά με προσοχή. «Για να σε γδω καλά… Βωρέ, κάποιονα μου ρεμεντάρεις (θυμίζεις)…, και βάζοντας τις αποσκευές στο αυτοκίνητο συνεχίζει: Ο Σταύρος δεν είσαι, μηδέ ο Αντρέας, κι ο Κωστής προψές έφυγε.

Βωρέ, μην είσαι εκειός που ’ναι στην Αφρική; Μην είσ’ ο Φωκίος;

– Ναίσκε, μαστρο-Σπύρο μου, ο Φωκίος είμαι.

– Απ’ ό,τι ξέρω δε σε καρτεράνε…

– Όχι, δεν τσου ’χω αβερτήρει (ειδοποιήσει). Κι εγώ άξαφνα τ’ αποφάσισα. Ήθελα ναν τσου κάμω έκπληξη.»

– Τήρα, Φωκίο μου, μην τσ’ αγγελοκρούξεις (ξαφνιάσεις). Μην τσου ’βρει νιέντε (τίποτα) απ’ τη λαχτάρα τσου.

– Τότενες δε θα σταματήσουμε ομπρός στο σπίτι. Θα μ’ αφήκεις παρακεί.

Στο δρόμο ο Φωκίων ευχαριστιέται από τη διαδρομή και τα στήθη του φουσκώνουν από λαχτάρα και συγκίνηση. Ρωτά τον μαστρο-Σπύρο για το χωριό κι εκείνος του απαντά πρόθυμα. Δεν αργούν να φτάσουν. Η καρδιά του νεαρού άντρα, του Φωκίωνα, αρχίζει τώρα έναν ξέφρενο χορό. Το αμάξι σταματά λίγο πιο κάτω απ’ το πατρικό του. Κατεβάζουν αθόρυβα τα πράματα. Ο οδηγός παίρνει το «ρεγάλο» του και ο Φωκίων μένει εκεί, χωρίς να σαλεύει καθόλου. Προσπαθεί να χορτάσει τις αισθήσεις του. Οι ευωδιές της φύσης, μα και τον κήπο της μάνας κι όλης της γειτονιάς. Βλέπει φως στην κουζίνα τους. Τι όμορφηεικόνα, αυτή του πατρικού. Να κι η καρότσα του πατέρα! Λουστραρισμένη, καθαρή.

Του Μαραβέγια τ’ άλογα που τρέχουνε σα φέλλες (πεταλούδες της νύχτας) και κλέβουν τα μεσάνυχτα τσ’ έμορφες κοπέλες!

Ναι, αυτό είναι το δίστιχο που είχαν σκαρώσει για τον πατέρα του. Γιατί, στ’ αλήθεια όποιος ήθελε να κλέψει την κοπέλα π’ αγαπούσε και δεν του την έδιναν οι δικοί του ή οι δικοί της, ζητούσαν τη βοήθεια του σιορ Γεράσιμου του καροτσέρη. Ήταν ο μόνος πουαναλάμβανε τέτοιες επιχειρήσεις και διασκέδαζε με την ψυχή του.

Όπως τότε, χρόνια πριν, που ένα αρχοντόπουλο, ο Σπυρονιόνιος, αγαπιόταν με μιαν αρχοντοπούλα, την Κάτε. Δεν τον ήθελαν οι δικοί της. Εκείνος ήταν από το Αργοστόλι, εκείνη από τα κατωχώρια ή αλλιώς τα καπετανοχώρια. Τα λένε έτσι διότι βρίσκονται στη νότια πλευρά της Κεφαλλονιάς και γιατί κάθε σπίτι έχει ένα ναυτικό, έναν καπετάνιο.

Έτσι λοιπόν αποφάσισε ο Σπυρονιόνιος να κλέψει την Κάτε, της οποίας ο πατέρας κάτι είχε υποψιαστεί. Στην επιχείρηση πήραν μέρος μόνο δύο φίλοι του, ο Νικόλας κι ο Παγής.

Έφτασαν στο αρχοντικό περασμένα μεσάνυχτα. Καλοκαίρι. Τα παράθυρα ανοιχτά. Μπαίνουν μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο που ξέρουν πως είναι η κρεβατοκάμαρα της Κάτες. Της κλείνουν το στόμα, την κουκουλώνουν με το σεντόνι, την κατεβάζουν από τη σκάλα, τη φορτώνουν στην άμαξα και δρόμο για το σημείο συνάντησης με τον Σπυρονιόνιο. Στο διάστημα αυτό και σ’ όλη τη διαδρομή η κοπέλα αντιστέκεται και μουγκρίζει. Φυσικά δεν είχαν δικαίωμα να την ξεσκεπάσουν, αυτό θα το έκανε ο ίδιος ο γαμπρός σ’ ένα παλιό αρχοντικό έξω απ’ τ’ Αργοστόλι, όπου και τους περίμενε.

Σε μία περίπου ώρα έφτασαν και σαν την ξεσκέπασε το αρχοντόπουλο, έμεινε άφωνος.

Δεν ήταν η αρχοντοπούλα, δεν ήταν η αγαπημένη του Κάτε. Ήταν η Μαριολένη, η ψυχοκόρη του πεθερού του! Σάστισαν όλοι, μα ο σιορ Γεράσιμος χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, πιάνει το αρχοντόπουλο από το μπράτσο.

– Άκου ν’ ακούσεις τι θα σου ειπώ, κονιόρδε κι αμορόζο (λεβεντόπαιδο κι ερωτιάρη), Σπυρονιόνιο μου. Εγώ το νεγότσιό μου (δουλειά) το ’καμα. Όμως ο σγαρίλιος (τετραπέρατος) κι από κουκί (παρ’ ολίγο) πεθερός σου στην έκαμε τη σπαραμάδα (ζημιά)!

Είναι, μα τον Άγιο, πολύ γαλούχος! Αυτό δε σημαίνει, γιε, επειδή είν’ η Μαριολένη, η σεστάδα (νοικοκυρά) και σουλιμέντα (καλότροπη) ψυχοκόρη, νια σωστή μπελέτσα (ομορφιά), πως θαν την αμπαντονάρεις στην τύχη τση… Α δεν τήνε πάρεις εσύ, θαν τήνε πάρει ένας απ’ τσου φίλους σου.

Και να σου ειπώ και κάτι; Εκειό είναι το λάθος σας, βωρές, εσάς των παρτσινέβελων (αρχοντάδων). Αντί να πάρετε φτωχοκόριτσα που νογάνε από νοικοκυροσύνη, που εχτιμούν εκειό που τσου δίδεται γιατί το ’χουνε στερηθεί, πάτε και παίρνετε ούλοι σας άπραες αρχοντοπούλες, που οι πουλιότερες από δαύτες μηδέ την κούδα τσου (γυναικείο εσώρουχο) δε νογάνε να δέσουνε. Ντούνκουε (λοιπόν), πάω όξω να σας δώκω νιάν απερτούρα (ευκαιρία), να σας απαρατήσω ναν τα βρείτε μεταξύ σας και σε μισή ώρα θε να ματάρτω να μου ειπείτε την απόφασή σας.

Α! και να ξέρεις, Σπυρονιόνιο μου, αν τήνε πάω πίσωθε, σ’ αβιζάρω (προειδοποιώ): θε να σε κάμω ρεντίκολο. Θε να κάμω σύλογα (κουτσομπολιά), μα τον Άη! Ω ρε γέλια πο’χει να κάμει ούλη η Χώρα!

Δεν άργησε να περάσει το μισάωρο και νάτος πάλι μέσα ο σιορ Γεράσιμος, αποφασισμένος να κάνει πράξη τα λεγόμενά του. Τότε είδε κάτι που τον άφησε άφωνο. Ο Νικόλας, ο φίλος του Σπυρονιόνιου, αυτός που κουβάλησε στους ώμους του την Μαριολένη, την κρατούσε στην αγκαλιά του.

– Και τι θαρρείτε πως κάμετε εδεκεί, βωρές; Θέτε να με πιάσει το γλυκί μου (να θυμώσω); Τι τη βαϊλεύεις, ωρέ; Θες να σ’ αρπάξω απ’ το γκελέ σου (γιλέκο) κι όρμπο κι αναθαλασσιά (κι ότι βρέξει ας κατεβάσει); Τι εικάστηκες πως πα να κάμεις, ωρέ; Δε θαν τήνε τραβιάρεις (αποπλανήσεις) εσύ, βωρέ μούτσουνο! θύμωσε ο αμαξάς κι όρμησε κατά πάνω τους.

– Να σου ειπώ, μπαρμπα-Γεράσιμε. Μην αψώνεις. Καρτέρα και θα δεις. Τόσο οι παρόλες σου που τσι μερετάρω (σέβομαι), όσο και η ευμορφιά τση, μ’ έκαμαν να νοιώσω πως τ’ ατσιδέντε θε να μο’ βγει σε καλό. Εγώ θε να ’μαι πιο τυχερός από τον αμορόζο φίλο μου, αφόντες (αφού) εγώ θε να ’χω για γυναίκα νιάν άξια μπελετσούνα! Εδούλιασα (κουράστηκα), γιε, ναν τήνε κουβαλάω. Τσάμπα αγραμπαλώθηκα κι εκουβάλαγα θηλυκωμένο το αφεντόκορμό τση τόσο δρόμο; είπε ο Νικόλας κοιτάζοντάς την με θαυμασμό.

– Βεραμέντε (επιτέλους)! Να κι ένας πο’χει νιονιό! Θα μου δώκεις όμως νιπένιο (υπόσχεση) πως δε θα βολτετζάρεις δώθε κείθε, να λες παρόλες για την Μαριολένη, για θα σου φάω το γούργουρα (λαρύγγι)!

– Έχεις το λόγο μου.

Πράγματι, η ψυχοκόρη ήταν πανέμορφη. Μα κι επειδή από κοριτσάκι ήταν στο αρχοντόσπιτο, η μόρφωση και οι τρόποι της δε διέφεραν και πολύ απ’ αυτούς της αρχοντοπούλας. Άλλωστε είχαν μεγαλώσει σαν αδερφές κι αγαπιόνταν πολύ.

Γι αυτό και κείνη υποσχέθηκε στον Σπυρονιόνιο πως θα έκανε ό,τι μπορούσε για να σμίξει με την αγαπημένη του.

– Μπαρμπα-Γεράσιμε, μπορείς να μας κάμεις όμως νιαν άλλη χάρη; ρώτησε ο Σπυρονιόνιος.

– Να σ’ αρπάξουμε την Κάτε; Μετά χαράς, αφέντη μου! Μα δε θα ήτουνα γκιούστο (σωστό) ν’ ασπετάρουμε (περιμένουμε) λιγουλάκι, μπας και πείσουμε το σιορπάρι τσι; Κι αν γδούμε πως δε βάνει νιονιό, τότε σου δίνω νιπένιο ναν του τήνε κάμουμε τη σμαρδακάγια (ζημιά) μ’ ούλο το δίκιο μας! Μ’ ατεντσιόνε! Αυτήνη τη βολά θε να ’ρτεις εσύ παρέα. Για ν’ αλλάξει και το γούρι!

– Ό,τι πεις εσύ. Εσύ νογάς καλύτερα απ’ τον καθένα, έτσι δεν είναι;

Έτσι κι έγινε. Βάλανε λυτούς και δεμένους κι έπεισαν τον πατέρα της αρχοντοπούλας να δώσει την ευχή του σ’ αυτήν τη διπλή χαρά. Αποφάσισαν να γίνει ο γάμος του Σπυρονιόνιου με την Κάτε και του Νικόλα με την Μαριολένη την ίδια μέρα, μ’ έναν όρο όμως, που τον έβαλε ο άρχοντας: Να στεφανώσει και τα δύο ζευγάρια ο υπαίτιος, όπως τον θεωρούσε, ο καροτσέρης ο σιορ Γεράσιμος. Κι άλλο που δεν ήθελε κι εκείνος.

Αυτός ήταν και είναι ο πατέρας του Φωκίωνα. Άριστος καροτσέρης, καλός οικογενειάρχης, ωραίος φίλος, μα πάνω απ’ όλα δεν μπορεί το άδικο. Μα και η μάνα, η σιόρα Ελένη, αυστηρή κι αυταρχική, μα καλόκαρδη. Και κλώσα.

Αλίμονο σ’ εκείνον που θα της πειράξει τα παιδιά της. Ακόμη και με τον Θεό μπορεί να τα βάλει. Έτσι τουλάχιστον νομίζει. Το σπίτι τους είναι ανοιχτό. Όλοι είναι καλοδεχούμενοι και με το τίποτα στήνουν γλέντι τρικούβερτο.

– Ποιος είν’ έδεφτού; ακούγεται η φωνή της σιόρα Ελένης, που φέρνει τον Φωκίωνα στην πραγματικότητα.

Θυμάται τα λόγια που του είπε ο μαστρο-Σπύρος, ο οδηγός που τον έφερε απ’ το λιμάνι…

– Έχετε ένα γράμμα απ’ την Αφρική…, μπορεί μόνο να ξεστομίσει, ενώ η καρδιά του χτυπά τόσο δυνατά, σαν να θέλει να πεταχτεί από το στέρνο του.

Μα πριν προλάβει να το πει, βλέπει τη μάνα του να ’ρχεται καταπάνω του τρέχοντας.

– Μάνα, εγώ είμαι, ο Φωκίος!

Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα αισθήματα που σαν χείμαρρος τον έπνιξαν. Στο άκουσμα αυτής της φωνής ξεφεύγει της δόλιας η λάμπα που κρατά στα χέρια. Είναι έτοιμη να σωριαστεί χάμω, μα την κρατά εκείνος με τα στιβαρά του μπράτσα.

– Παιδί μου, αφέντη μου, Φωκίο μου, ψελλίζει η μάνα και τον αγκαλιάζει. Φωκίο μου, που καλό να ’χεις, αφέντη μου, τι χαρά είναι εφτείνη; Τρέχτε, βωρέ, ελάτε, να ιδείτε, φωνάζει όλο λαχτάρα.

Δεν αργούν να φανούν και οι υπόλοιποι από το σπίτι. Ο πατέρας και οι δύο αδερφές του, η Αθηνά και η Νίκη.

– Καλώς μας ήρτες, γιε μου! Να ’σαι καλά και να ’χεις την ευκή μου για την αλεγκρία που μου ’δωκες απόψε. Κι εμέ και τση μάνας σου, αφέντη μου!.., ψιθυρίζει ο πατέρας μετά το πρώτο σφιχταγκάλιασμα, φανερά συγκινημένος.

Δεν πιστεύει στα μάτια του. Τον ξεμακραίνει από την αγκαλιά του για να τον δει καλύτερα, να τον καμαρώσει και να τον ξανακλείσει στον κόρφο του, μα δεν προλαβαίνει γιατί τον αρπάζουν οι αδερφές του και τον γεμίζουν φιλιά.

Φωκίο μου, αδρεφούλη μου, είσαι καλά;

Πότα ήρτες ψυχή μου;

Για δε μας είπες τίποτα, να ’ρτούμε να σε πάρουμε απ’ τη Χώρα; Εταλαιπωρήθηκες αφέντη μου;

Δεν ξέρουν ποιος να τον πρωταγκαλιάσει, να τον πρωτοφιλήσει. Ο πατέρας καμαρώνει. Ολάκερος άντρας πια! Τον αγκαλιάζει τώρα με το ένα χέρι και τα μάτια του είναι κατακόκκινα.

Εσύ είσαι, βωρές; Σαν ψέματα μο’ φαίνεται!

Περνά το ένα χέρι στους ώμους του γιου του όλο καμάρι. Η σιόρα Ελένη από την αμηχανία και τη συγκίνηση σκουπίζει συνέχεια τα χέρια. Τον πιάνει απ’ την άλλη μεριά από τη μέση.

Τα κορίτσια παίρνουν τα πράματα και προχωρούν για το σπίτι. Παραβγαίνουν ποιος θα του πει τα πιο γλυκά λόγια, ποιος θα του δώσει τις περισσότερες ευχές. Τι αγκαλιές, δάκρυα χαράς, γέλια πνιγμένα με λυγμούς. Δεν αργεί να μαζευτεί η γειτονιά και σχεδόν όλο το χωριό για τα καλωσορίσματα.

Ο Φωκίων δεν πιστεύει στα μάτια του, μα ούτε και στ’ αυτιά του. Κάποια στιγμή του ψιθυρίζει ο πατέρας:

– Τσίμπα με, βωρές! Μην είν’ όνειρο;

– Το ίδιο θα σου ζήταγα κι εγώ, πατέρα!

Για πότε στήθηκαν τα κεράσματα. Τα ροσόλια πηγαίνουν από χέρι σε χέρι. Οι φωνές και τα γέλια. Κι εκείνα τα σεντόνια, τα στρωσίδια…

Ω Αγία Άννα μου κυρά μου, σε φχαριστώ! μονολογεί ο Φωκίων μετά από ώρα ξαπλωμένος στο κρεβάτι που του έχουν ετοιμάσει οι αδελφές του.

Από το βιβλίο «H ιστορία ενός μετανάστη», της Αθηνάς Μαραβέγια

email