Πάτρικ Λι Φέρμορ: Ο αριστοκράτης που έζησε με τους ψαράδες

Ο Πάτρικ Λι Φέρμορ στην αυλή του σπιτιού του στην Καρδαμύλη στα μέσα της δεκαετίας του 1970

Ο Πάτρικ Λι Φέρμορ στην αυλή του σπιτιού του στην Καρδαμύλη στα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Η βρετανίδα ιστορικός Αρτεμις Κούπερ γνώριζε τον Πάτρικ Λι Φέρμορ από παιδί. «Ηταν φίλος της γιαγιάς μου και του πατέρα μου» λέει. Η γιαγιά ήταν η λαίδη Νταϊάνα Κούπερ, μια βρετανίδα καλλονή του Μεσοπολέμου, διάσημη στους καλλιτεχνικούς και πνευματικούς κύκλους της εποχής της.

Η πρώτη φορά που θυμάται καθαρά τον Πάντι, όπως τον έλεγαν χαϊδευτικά οι φίλοι του στην Αγγλία, τον Μιχάλη για τους έλληνες φίλους του στην Κρήτη και στη Μάνη, ήταν στις Σπέτσες, όπου είχε σπίτι η γιαγιά της, πενηντάρη πια, να χορεύει χορούς ελληνικούς στις ταβέρνες και να απαγγέλλει τον «Υμνο εις την Ελευθερία» το βράδυ στην παραλία, με τους ψαράδες να τον πλησιάζουν για να του σφίξουν το χέρι. Ηταν στα χρόνια της δικτατορίας.

Από το Λονδίνο, ένα πολύ κρύο απόγευμα λίγες ημέρες προτού κυκλοφορήσει η βιογραφία της Patrick Leigh Fermor: An Adventure, η Αρτεμις Κούπερ μου αφηγείται από το τηλέφωνο, ενώ ετοιμάζει ένα φλιτζάνι τσάι, πόσο γοητευτικός άνθρωπος ήταν ο Πάντι. Καλλιεργημένος, ευρυμαθής, ένας αυτοδίδακτος γλωσσολόγος και ομιλητής τεσσάρων γλωσσών, διασκεδαστικός, ζεστός, κέρδιζε αμέσως όσους βρίσκονταν γύρω του.

Ο ίδιος άνθρωπος ήταν πολύ κλειστός σε ό,τι αφορούσε την ιδιωτική του ζωή. Η Κούπερ μελέτησε το ημερολόγιό του, την αλληλογραφία, τις σημειώσεις, όλο το υλικό του αρχείου του Πάντι, που βρίσκεται τώρα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σκοτίας, μίλησε με όσους τον γνώριζαν. Το δύσκολο ήταν να πείσει τον ίδιο να της μιλήσει για τον εαυτό του. «Δεν σταματούσε να μιλάει, ήταν εκπληκτικός συζητητής, όλο αστεία και συναρπαστικές ιστορίες. Τον άκουγα κι αναρωτιόμουν πώς θα κατάφερνα να σηκώσω αυτό το παραπέτασμα και να μάθω τι κρύβεται από πίσω».

Η ευκαιρία της δόθηκε ένα καλοκαίρι που τον επισκέφθηκε στην Καρδαμύλη, στο φιλόξενο σπιτικό που είχαν χτίσει εκεί με τη γυναίκα του Τζόαν Ράινερ το 1962. Εκείνος έγραφε τον τρίτο τόμο των περιπλανήσεών του στην Ευρώπη και παραπονιόταν για την ακαταστασία του γραφείου του. Η Αρτεμις προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να βάλει τάξη στα χαρτιά του και έτσι απέκτησε πρόσβαση στο προσωπικό του αρχείο. Κάθε φωτογραφία, κάθε σημείωμα, ήταν και ένα πρόσχημα για ερωτήσεις και ανέμελη συζήτηση. Και εκείνος ήταν πρόθυμος να απαντήσει. Η βιογράφος προσπαθούσε να συγκρατήσει στη μνήμη της όσο περισσότερα μπορούσε. Ο Πάντι σιχαινόταν τα μαγνητόφωνα. Αργότερα, στο δείπνο, με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, θα τον ρωτούσε λεπτομέρειες, θα έλυνε απορίες, θα διασαφήνιζε σκοτεινά σημεία. Δούλεψαν έτσι σχεδόν ως τον θάνατό του.

Το ατύχημα και η βεντέτα

Ενα γεγονός για το οποίο σπανίως μιλούσε ο Πάντι, που «τον στοίχειωνε σε όλη του τη ζωή», ήταν ένα ατύχημα που συνέβη στα βουνά της Κρήτης τον Μάιο του 1943. Βρισκόταν με μια ντουζίνα αντάρτες πάνω από τα Ανώγεια, όταν εντόπισαν κάτω στην κοιλάδα καμιά τρακοσαριά γερμανούς στρατιώτες. Οι Ελληνες άρχισαν να γεμίζουν τα ντουφέκια τους. Πάνω στη φούρια, ο Πάντι πάτησε κατά λάθος τη σκανδάλη. Το όπλο του ήταν γεμάτο και τραυμάτισε θανάσιμα τον οδηγό του Γιάννη Τζαγκαράκη.

Ο Πάντι θέλησε να κατεβεί αμέσως στο χωριό του Τζαγκαράκη, να μιλήσει στην οικογένειά του. Οι υπόλοιποι τον απέτρεψαν. Ηταν πόλεμος, οι καιροί ήταν επικίνδυνοι. Πήγε να βρει την οικογένεια του Τζαγκαράκη μετά τον πόλεμο, να ζητήσει συγχώρεση. Ηδη όμως ο αδελφός του είχε ξεκινήσει βεντέτα και τον αναζητούσε να τον σκοτώσει. Ηταν αυτός ο λόγος για τον οποίο δεν έφτιαξε το σπίτι του στην Κρήτη ο Πάντι; «Ενας από τους λόγους» εξηγεί η Αρτεμις Κούπερ. «Ο άλλος ήταν ότι, μετά τη συμμετοχή του στην κρητική Αντίσταση, στην Κρήτη ήταν δημόσιο πρόσωπο, θα περίμεναν όλοι να πάρει θέση, να εκφέρει γνώμη, να υπερασπιστεί τους φίλους του, να έχει παρουσία στον δημόσιο λόγο και στην τοπική πολιτική. Ο Πάντι ήθελε μια ήσυχη ζωή».

Η παρεξήγηση με τους Τζαγκαράκηδες έληξε το 1972. Και η βεντέτα λύθηκε με τρόπο κρητικό, με μία κουμπαριά. «Ο Πάντι βάφτισε τη μικρανεψιά του Γιάννη Τζαγκαράκη και της έδωσε το όνομα Ιωάννα».

Η απαγωγή του Γερμανού

Από τις ιστορίες του περίφημη είναι εκείνη για την απαγωγή του γερμανού στρατηγού Κράιπε τον Απρίλιο του 1944. «Δεν ήταν μια κίνηση που θα επιτάχυνε την απελευθέρωση της Κρήτης, αλλά ο Πάντι, ο έτερος βρετανός αξιωματικός και οι Κρητικοί που συμμετείχαν πίστευαν ότι θα ανέβαζε το ηθικό των κρητών αγωνιστών». Πέρασαν όλοι μαζί, με τον απαχθέντα Κράιπε, τη νύχτα στο βουνό. Με το χάραμα ο Πάντι ακούει τον στρατηγό να μουρμουρίζει στα λατινικά τον πρώτο στίχο από την ωδή του Οράτιου στον Θαλίαρχο. Αναγνωρίζοντας τον στίχο, απήγγειλε τη συνέχεια.

«Ο Πάντι γράφει ότι για μια στιγμή ο πόλεμος φαινόταν να έχει σταματήσει. Η σχέση του με τον Κράιπε στο υπόλοιπο της ομηρείας του είχε αλλάξει. Αργότερα, το 1972, σε σχετική εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης, ο Κράιπε ρωτήθηκε πώς του φέρθηκαν οι απαγωγείς του και απάντησε: “ιπποτικά”».

Η πολιτική και η ΕΟΚΑ

«Δεν τον ενδιέφερε η πολιτική. Κάποιοι απογοητεύθηκαν που στη διάρκεια της χούντας δεν έλαβε θέση δημόσια εναντίον της. Εκείνος αισθανόταν ότι ως Βρετανός που ζούσε στην Ελλάδα, ως άτομο που δεν ήταν έλληνας υπήκοος, δεν είχε δικαίωμα να μιλήσει για ένα εσωτερικό ζήτημα των Ελλήνων» εξηγεί η Αρτεμις Κούπερ. Η μοναδική φορά που ο Πάντι εξοργίστηκε για ζήτημα πολιτικό ήταν το 1955, με το Κυπριακό.

«Εκρινε ότι η πολιτική της Βρετανίας ήταν ηθικά αστήρικτη και από άποψη στρατηγικής καταστρεπτική. Τον ενοχλούσε όμως ο τόνος των δημοσιευμάτων των αθηναϊκών εφημερίδων που συνέκριναν τη βρετανική κατοχή της Κύπρου με τη γερμανική κατοχή στην Ελλάδα και, χωρίς να υπερασπίζεται τη βρετανική πολιτική, προσπάθησε να υπερασπιστεί την καλή πίστη στους βρετανούς πολιτικούς». Τότε ήταν που ήρθε σε μνημειώδη, αν και προσωρινή, ρήξη με τον παλιό του φίλο Γιώργο Κατσίμπαλη.

Ο καλός φίλος

Γιώργος Κατσίμπαλης, Γιώργος Σεφέρης, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Λόρενς Ντάρελ, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Τζαννής Τζαννετάκης, βρετανοί αριστοκράτες και καλλιτέχνες, μία ρουμάνα πριγκίπισσα και πολλές κατακτήσεις και οι έλληνες ψαράδες και χωρικοί από την Κρήτη ως τη Ρούμελη. Οι φίλοι του Πάτρικ Λι Φέρμορ δεν περιορίζονται σε τάξεις, φύλα ή ηλικίες. Με ποιους αισθανόταν καλύτερα; «Με όλους» απαντά η Αρτεμις Κούπερ, «ήταν ένας άνθρωπος ευγενής, καλοπροαίρετος, γενναιόδωρος, που έκανε τους ανθρώπους γύρω του να αισθάνονται πιο ενδιαφέροντες, πιο ενθουσιώδεις με τη ζωή, καλά με τον εαυτό τους. Είναι σπουδαίο χάρισμα»

«Δεν έπαψε να διαβάζεται»

Η βιογραφία της Αρτεμις Κούπερ καλύπτει σχεδόν όλη τη μακρά ζωή του 96χρονου Πάτρικ Λι Φέρμορ, δίνοντας έμφαση στα χρόνια της νιότης, στη δεκαετία του 1930 «που πραγματοποίησε τα μεγάλα ταξίδια του, από την Ολλανδία στην Κωνσταντινούπολη και στην Ελλάδα», στη δεκαετία του 1940 «όταν πήρε μέρος στον πόλεμο και στην Αντίσταση στην Κρήτη», στη δεκαετία του 1950 «όταν περιηγήθηκε στα πιο απόμακρα μέρη της Ελλάδας». Στη δεκαετία του 1960 πια, όταν βρήκε το οικόπεδο στην Καρδαμύλη και έχτισε το σπίτι, οι ρυθμοί της ζωής του ησύχασαν και άρχισε το γράψιμο. Οι αναμνήσεις από τις περιπλανήσεις του στην Ευρώπη, Η εποχή της δωρεάς (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2004), το Ανάμεσα στα δάση και τα νερά (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2006) και ο τρίτος τόμος που θα κυκλοφορήσει το 2013 σε επιμέλεια της Αρτεμις Κούπερ τον κατατάσσουν στους σημαντικούς συγγραφείς της αγγλόφωνης ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. «Το γλαφυρό, περιγραφικό, πολυεπίπεδο ύφος του δεν γνώρισε μιμητές, τα βιβλία του όμως δεν έπαψαν να τυπώνονται. Τον Μπρους Τσάτγουιν, που θεωρείται από μια άποψη διάδοχος του Πάντι, δεν τον διαβάζουν, για τον Πάντι υπάρχει όμως μεγάλο ενδιαφέρον. Το διαπίστωσα με αφορμή την έκδοση της βιογραφίας. Δεν έπαψε να διαβάζεται».

«Ηξερε ότι θα τα βγάλετε πέρα με την κρίση»

«Ο Πάντι, όπως και άλλοι, ο λόρδος Βύρωνας για παράδειγμα, με τον οποίο συχνά τον συγκρίνουν, ένιωθε πιο ευτυχισμένος όταν βρισκόταν στο εξωτερικό. Οταν ξεκίνησε στα 18 του για το ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, ξαναβρήκε την απίστευτη χαρά του να μην πηγαίνεις πια στο σχολείο, να μην έχει κανείς προσδοκίες από σένα. Του άρεσε να βρίσκεται εκτός Αγγλίας. Αυτομάτως αυτό τον τοποθέτησε στην περιφέρεια της βρετανικής λογοτεχνικής σκηνής. Δεν μπορούσε να παρακολουθήσει από κοντά τις εξελίξεις, όμως δεν μετάνιωσε ποτέ που έζησε στην Ελλάδα. Οταν μετακόμισαν εδώ με την Τζόαν, είχαν ήδη ταξιδέψει πολύ, στην Ιταλία, στη Γαλλία, στην Ισπανία… Η Ελλάδα όμως ήταν πάντοτε το μέρος όπου ήθελαν να κατασταλάξουν» λέει η Αρτεμις Κούπερ.

Η κρίση μαινόταν ήδη επί δύο χρόνια στην Ελλάδα όταν πέθανε ο Πάντι, τον Ιούνιο του 2011. «Δεν μιλούσε γι’ αυτήν. Ηταν πλέον ηλικιωμένος και καταβεβλημένος. Δεν διάβαζε πια εφημερίδες και νομίζω πως δεν ήθελε να σκεφτεί πόσο σοβαρή ήταν η κρίση. Ποτέ όμως δεν είχε χάσει την πίστη του στους Ελληνες. Ηξερε ότι θα τα βγάλετε πέρα, γιατί είχε ζήσει την Ελλάδα σε δύσκολες περιόδους της ιστορίας της και πάντοτε τα κατάφερνε».

email
Πηγή άρθρου: tovima.gr