Καλό μήνα, Καλό Αύγουστο με Ελύτη, Ρίτσο, Παπαδιαμάντη

Πανσέληνος

Πανσέληνος

Καλό μήνα, καλό Αύγουστο…

(O. Ελύτης, Τα ρω του έρωτα).

«Και σε θραύσμα Βρισηίδας βρίσκεται και σε κοχύλι Ευρίπου/ εκείνο που εννοώ. Θέλει να ‘χει άγριες πείνες άπνοιας/ ο Αύγουστος για να ζητάει μελτέμι/ ώστε στο φρύδι ν’ αφήνει λίγο αλάτι και/ στον ουρανό ένα μπλε που τ’ όνομά του μέσα στα πολλά τ’ ακούς ευώνυμο/ στο βάθος όμως είναι μπλε Ιουλίτας…», (Ο. Ελύτης, Δυτικά της λύπης)

«…Σαν να μόνο τα ονειρεύεται η Σελήνη/ μα πραγματικά τα βλέπει εκείνη./ Και την ώρα που κλαίμε ή τα μάτια κλείνουμε να φανταστούμε τι/ γραμμένο ακόμη απομένει κατακέφαλά μας να βρει/ αναστεναγμός ακούγεται άλλος/ κι από κει που πηγάζουνε οι ροδώνες/ μια δροσιά μυριστική με συνοδεία κιθάρας χύνεται./ Ποταμός του Αυγούστου μες στις πεδιάδες./ Πού και πού επιπλέον σπίτια και συστάδες ανθρώπων που μισούνται κι ερωτεύονται/ κάτω από τις φιστικιές ανάβουν/ τα πάλαι ποτέ φιλιά/ ξανά και ξανά στις μύτες των ποδιών ο ίδιος όρκος και τα ίδια εναντίον της μοίρας λόγια πικρά…», (Ο. Ελύτης, Το φωτόδεντρο και η 14η ομορφιά).

«…Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια/ δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο/ είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου/ βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήταν η καρδιά στη θέση της/ ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα/ η ευχή που λαχτάρησε μεσ’ απ’ τοε κόρφους του βασιλικού/ να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!…», (Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί)

«…Κι η μέρα χώριζε από το κορμί σου, ανέβαινε, άνοιγε, μεγάλη ευχή πάνω στα ηλιοτρόπια/ Τι ξέρει τώρα ο τζίτζικας από την ιστορία που άφησες, τι ξέρει ο γρύλος/ η καμπάνα του χωριού που ανοίγεται στον άνεμο/ η κάμπια, ο κρόκος, ο αχινός, το αλφάκι του νερού/ μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν/ έλα λοιπόν από την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα/ ν’ ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού/ ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θ’ αναστήσουν το αίσθημα/ γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει/ έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως/ να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου…», (Ο . Ελύτης, Προσανατολισμοί)

«…Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας/ θα ‘ναι νύχτα κι Αύγουστος./ Πελώριες άρπες πού και πού/ θ’ ακούγονται και/ με το λίγο της ψυχής μου κυανό η Όξω Πέτρα μεσ’ απ’ τη μαυρίλα/ θ’ αρχίσει να αναδύεται…», (Ο. Ελύτης, Τα ελεγεία της Οξώπετρας)

«Οι δυνάμεις που απαιτούνται για να ολοκληρωθεί ένα καρπούζι τον/ Αύγουστο είναι κατά πολύ ανώτερες απ’ τις άλλες που συντρέχουν/ για να συντελεστεί ένα κακούργημα σε οποιαδήποτε στιγμή του χρόνου», (Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

«Αύγουστε μήνα, μήνα και Θεέ/ σε σένα ορκιζόμαστε/ πάλι του χρόνου να μας βρεις/ στο βράχο να φιλιόμαστε…»

Γιάννης Ρίτσος, «Αύγουστος»

Το φως είναι μαύρο, καμένο απ’ τη ζέστη σαν ανθρώπινο σώμα.Πόδια γυμνά, δυνατά, βαμμένα απ’ τη θάλασσα ή το μούστο.Στήθια κρουστά, σφιγμένα στις παλάμες του ήλιου. Ο αγωγιάτης, ο αμπελουργός, ο βαρκάρης, οι τρεις του θυγατέρες κρέμονται πάνω από βαθιά, χρυσά πηγάδια.

Πάνω στ’ αλώνια λιχνίζουνε μεγάλα στάχυα. Μες στα μάτια των παιδιών χώνονται τ’ άχυρα. Τρέχουν. Τ’ αμπέλια είναι απέραντα σαν τη δόξα ή την άγνοια. Λίγο να κάνεις να σκύψεις θα βουλιάξεις ακέριος στο γαλάζιο. Τα παράθυρα πνίγηκαν κιόλας μέσα στο χώμα. Και τούτα τα κόκκινα λουλούδια του κήπου είναι από κείνα τα πανάρχαια αγάλματα, πλαγιασμένα, σε στύση.

Α. Παπαδιαμάντη, “Όνειρο στο κύμα”

«Ήτον τον Αύγουστον μήνα…Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει….

Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κ’ ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορα της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ήλιου, συνήθως ελούετο…

Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόμενος από την κορυφήν του βράχου, και είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ’ ελούετο…

Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ’ εκινείτο εδώ κ’ εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά…

Δεν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειμή να περιμένω. Θα εκράτουν την αναπνοήν μου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν μου. Άλλως ήμην εν συνειδήσει αθώος.

Εντοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα.

Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ’ έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων…».

email
Πηγή άρθρου: ΚefaloniaToday Team