Δυο φτωχά λόγια για τον ξεχωριστό Άλκη Αλκαίο

Μικρούτσικος-Αλκαίος

Μικρούτσικος-Αλκαίος

Άκουσα πρώτα φορά τον Μανόλη Μητσιά να τραγουδά στίχους του, σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου.

Ήμουν κάτι παραπάνω από 20 χρονών και προσπαθούσα να συμβιβάσω μέσα μου τον Ελύτη και τον Ρεμπώ με τον Σίλερ και τον Μαγιακόφσκι. Και από κοντά τη μπαλωμένη αριστεροσύνη μου με το αναρχικό πλαστικό μπουφάν μου…

Εκεί ήταν που με πέτυχε ανάμεσα στα μάτια η μπαταριά:

«Πώς να ημερέψει ο νους σ’ ένα σεντόνι, πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά»…

– Πώς τον είπες τον ποιητή;

Άλκη Αλκαίο; Νέος είναι;

– Νέος, ναι. Τσακισμένος απ’ τα βασανιστήρια της χούντας, αλλά πνεύμα ζωντανό και ανυπότακτο.

Ούτε θυμάμαι πόσο καιρό  μου πήρε να συνέλθω… Μέχρις ότου ένα βράδυ, στο σπίτι του φίλου και κουμπάρου μου Σταύρου Λυγερού, στην Καισαριανή, ακούω τον Μικρούτσικο να τραγουδά «οι φίλοι σ’ επισκέπτονται με δόσεις, παράφοροι, ανυπόφοροι κι αδιάφοροι»…

Μου ‘πεσε το ποτήρι απ’ το χέρι, θυμάμαι. Ήταν ’84 ή ’85;

Ήμουν 23 ή 24;

Έχει σημασία;

Το σημαντικό ήταν η δεύτερη «συνάντησή» μου με τον Αλκαίο, στους στίχους για το Νίκο Πουλαντζά, τα έργα του οποίου διάβαζα τότε μανιωδώς! Μαζί με Γκράμσι, Αλτουσέρ, Ινγκράο… Θυμούνται οι 20+ της εποχής…

Έκτοτε, τον περίμενα κάθε που κυκλοφορούσε νέος δίσκος. «Κάπου θα βρεθούμε ξανά», έλεγα, «δε μπορεί».

Στο μυαλό μου τον είχα, πλέον, σαν τον Μάνο Ελευθερίου, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Κώστα Τριπολίτη… να μην σας πω και παραπάνω και φανώ ασεβής.

Ήταν ο νεώτερος και μαζί εκείνος που έγραφε πιο πυκνά και αλληγορικά απ’ όλους. Εκείνος που μπορούσε, με τρεις λέξεις, να μετατρέψει μιά ερωτική ιστορία σε αφήγημα ενός λαού.

«Εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό, που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι»…

Ποια εναργέστερη εικόνα μπορούσε να στείλει κανείς στον μελετητή του μέλλοντος για την Ελλάδα της δεκαετία του ’80;

Όταν πια μίλησε για «του αιώνα την παράγκα», όταν συσχέτισε τη Βέμπο με τη Μέρυλιν Μονρόε και την Ελλάδα με την Τούμπα, το Αλκαζάρ και την Καλογρέζα, είχα αγγίξει τα 35. Και όταν ήρθε η «Ρόζα» είχα περάσει τα 40. Ο μέγας Δημήτρης Μητροπάνος χωροστατούσε στο τραγούδι που έμελλε να γίνει οιονεί εθνικός ύμνος. Από τη μπουάτ και το συναυλιακό χώρο μέχρι το σκυλάδικο της εθνικής οδού.

Εκεί που τον κοιτάζει η Ρόζα «μουδιασμένη», μετασχηματίζει την προσωπική σκηνή σε κομμάτι της δραματικής συγκυρίας αφήνοντάς μας άφωνους.

«Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία, πώς η ιστορία γίνεται σιωπή»…

Και για κατευόδιο το «όσοι με το χάρο γίναν φίλοι με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη»…

Στίχοι γεμάτοι ανατροπές, με την αντίστιξη πανταχού παρούσα να δίνει ρυθμό και χρώμα ακόμη και σε ασπρόμαυρες λέξεις.

– «Πάντα γελαστοί και γελασμένοι»…

– Παρθένα και τροτέζα μου»…

– Σ’ αγαπώ και σ’ αρνιέμαι»…

– Με βρισιές και με φτυσιές και της μάνας τις ευχές..

– Σου χαρίζουν τιμωρία άδικη…

Όλα αυτά τα μοναδικά, ο Αλκαίος τα έκανε αγκαζέ με τον Μικρούτσικο. Τον, κατά τη γνώμη μου, μεγαλύτερο Έλληνα συνθέτη μετά τον Μάνο Χατζιδάκι.

Μαζί δημιούργησαν τραγούδια που στέλνουν διαρκώς σήματα στο μέλλον. Μαζί έκαναν την ελληνική μουσική να αλλάξει «πίστα», που λέει η πιτσιρικαρία!

Τώρα η φωνή του σίγησε. Όπως, έξι μήνες νωρίτερα, και η φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου.

«Τα μάτια του έκλεισε και μας άφησε απέξω»…

Δυστυχώς, δεν πρόλαβα να τον συναντήσω. Το κουβεντιάζαμε συνεχώς με τον φίλο μου, Χρήστο Κολοβό, το σπουδαίο συνθέτη από την Άφυτο της Χαλκιδικής. Όλους τους τελευταίους μήνες. Θα βάζαμε «μέσον» τον Μικρούτσικο να μας δεχτεί -αυτός ο ασκητής, ο αντιστάρ, ο αιώνια παρών με όσα ενστάλαξε στις ψυχές μας…

email
Πηγή άρθρου: aixmi.gr